Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

29 Ιουλίου - 5 Αυγούστου 1824: Το ελληνικό ναυτικό σώζει τη Σάμο

 

"Μάχαι της Κρήτης και Σάμου" (πίνακας Π. Ζωγράφου)


Του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου – Ιστορικού Ερευνητή

Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας

Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου 

  

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα https://ardin-rixi.gr/archives/270593

 Στα τέλη του πρώτου εξαμήνου του 1824 και ενώ είχε ήδη συναφθεί από τον Μάρτιο η τουρκοαιγυπτιακή συμμαχία, ο επαναστατημένος ελληνισμός βίωσε δύο τεράστιες τραγωδίες ως άμεσο αποτέλεσμα του πρώτου εμφυλίου πολέμου (Νοέμβριος 1823 – Ιούνιος 1824): την καταστροφή της Κάσου (30 Μαΐου 1824) από τους Αιγυπτίους και των Ψαρών (22 Ιουνίου 1824) από τους Τούρκους. Δύο προκεχωρημένες ισχυρές ναυτικές βάσεις του ελληνικού στόλου στο ανατολικό Αιγαίο είχαν εξαφανιστεί από τον χάρτη ενώ η ίδια τύχη απειλούσε πλέον και τη Σάμο.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Η τελευταία (5η) ναυτική εκστρατεία για τη σωτηρία του Μεσολογγίου (20 Μαρτίου – 15 Απριλίου 1826)

  


Του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου – Ιστορικού Ερευνητή

Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας

Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου 

  

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΑΡΔΗΝ" (τεύχος 137, Μαρτίου - Μαΐου 2026)

Μετά την αποχώρηση του ελληνικού στόλου στα τέλη Ιανουαρίου 1826, ο αποκλεισμός του Μεσολογγίου έγινε ακόμη πιο ασφυκτικός δεδομένης και της συντριπτικής ναυτικής υπεροχής που απολάμβαναν οι πολιορκητές, ιδίως μετά την 6η Νοεμβρίου 1825 όταν η τεράστια τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα (69 πολεμικά, 10 πυρπολικά και 66 μεταγωγικά) αγκυροβόλησε στον Πατραϊκό κόλπο[1]. Ο Ιμπραήμ έχοντας αντιληφθεί από νωρίς τη στρατηγική αξία της λιμνοθάλασσας για την άμυνα της πόλης, ξεκίνησε από τα μέσα Φεβρουαρίου συντονισμένες επιχειρήσεις για την κατάληψη των νησίδων της και τον πλήρη έλεγχο όλων των προσβάσεων. Στη λιμνοθάλασσα συγκεντρώθηκαν σταδιακά μετά τις 17 Φεβρουαρίου, δεκάδες ειδικά εξοπλισμένα πλοιάρια διαφόρων τύπων χωρίς καρίνα, κατάλληλα για πλεύση στα ρηχά νερά της, υποστηριζόμενα από ένα αιγυπτιακό ατμοκίνητο[2]. Στις 20 του μηνός επανέπλευσαν στην Πάτρα 50 περίπου πολεμικά από την Μεθώνη, όπου είχαν πάει για επισκευές στα τέλη Ιανουαρίου. Δύο μέρες μετά, έφτασε στο Μεσολόγγι από την Ηλεία και ο Χουσεΐν μπέης για να ηγηθεί των αποβατικών επιχειρήσεων. 

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Ο ναυτικός αγώνας στην Επανάσταση την περίοδο 1821-1823. Αξιολόγηση της στρατηγικής και τακτικής των εμπολέμων στο θαλάσσιο πεδίο

 

Η ναυμαχία των Σπετσών (8 Σεπτεμβρίου 1822)

 

του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή

ΜΑ Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου.


 Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΑΡΔΗΝ" (τεύχος 134-135, Φεβρουαρίου - Μαΐου 2025)

Από την αρχή της Επανάστασης του 1821 ο ελληνικός στόλος, κλήθηκε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο τόσο στο ναυτικό πεδίο όσο και έμμεσα στην έκβαση των χερσαίων επιχειρήσεων. Αν και στον πυρήνα του ουσιαστικά ήταν ένας πρώην ιδιωτικός εμπορικός στόλος, την τελευταία 50ετία (1774-1821) είχε μεταβληθεί σταδιακά σε καθαρά πολεμικό, με την αύξηση της ναυτικής εκπαίδευσης, εμπειρίας και ετοιμότητας των πληρωμάτων του, τη βελτίωση των τακτικών μάχης αλλά και την ενίσχυσή του με ναυτικά πυροβόλα για την αντιμετώπιση των πειρατών της βόρειας Αφρικής. Η προεπαναστατική ελληνική ναυτιλία άθροιζε στις αρχές του 19ου αιώνα πάνω από 950 πλοία άνω των 150 τόνων με 18.000 πληρώματα και 5.650 κανόνια από 45 ναυτότοπους (ναυτικά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές). Αν και περισσότερα από 700 πλοία προσχώρησαν στην Επανάσταση, αυτά που μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις των ναυτικών συγκρούσεων (μπρίκια και γολέτες άνω των 180 τόνων με 12-18 πυροβόλα), σύμφωνα με ποικίλες πηγές, ανερχόταν σε περίπου 200 σκάφη (Ύδρα 74, Σπέτσες 47, Ψαρά 40, Κάσος 30, Γαλαξίδι 13). Εντούτοις ποτέ δεν κινητοποιήθηκαν ταυτόχρονα σε μια μόνον επιχείρηση πάνω από 70 πλοία, είτε λόγω οικονομικής δυσπραγίας, είτε λόγω οργανωτικής κι επιχειρησιακής αδυναμίας, με πιο συχνή τη δράση μικτών μοιρών των 20-30 πλοίων.

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2024

ΟΙ ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ (1825 & 1827). Δύο τολμηρές αλλά αποτυχημένες απόπειρες καταστροφής του αιγυπτιακού στόλου

 του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή

ΜΑ Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία (τεύχος 316, Δεκεμβρίου 2023)

 


 Η Αλεξάνδρεια σε γαλλικό χάρτη με τα δύο λιμάνια της. Διακρίνεται καθαρά το δυτικό λιμάνι του Ευνόστου, όπου και ο αιγυπτιακός ναύσταθμος, που σημειώθηκαν οι δυο επιθέσεις του ελληνικού ναυτικού το 1825 και το 1827.
 

Η ναυτικός αγώνας στα χρόνια της Παλιγγενεσίας έλαβε νέες διαστάσεις με την είσοδο του ισχυρότατου αιγυπτιακού στόλου στο θαλάσσιο πεδίο αντιπαράθεσης το 1824. Η απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία, η κατάληψη της Μεθώνης και του Νεόκαστρου και η ταχεία προέλασή του στο εσωτερικό της Πελοποννήσου την άνοιξη του 1825, δημιούργησαν νέα δεδομένα και απειλές. Οι αλλεπάλληλες αρχικές αποτυχίες αναχαίτισής του, η παράλληλη έναρξη της πολιορκίας του Μεσολογγίου από τον Κιουταχή και η έξοδος του σουλτανικού στόλου στο Αιγαίο έθεταν την επανάσταση σε τεράστιο κίνδυνο. Ήταν σαφές ότι η γραμμή ανεφοδιασμού των αιγυπτιακών δυνάμεων Αλεξάνδρεια – Σούδα – Ναβαρίνο, έπρεπε να πληγεί αποφασιστικά με ένα εντυπωσιακό χτύπημα στην καρδιά της ναυτικής ισχύος του αντιπάλου, τον ναύσταθμο της Αλεξάνδρειας. Σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν έτσι δύο επιχειρήσεις τον Ιούλιο του 1825 και τον Ιούνιο του 1827, που αν και απέτυχαν, εντούτοις αποτέλεσαν την κορύφωση της ναυτικής τόλμης και ικανότητας των ελληνικών πληρωμάτων.

 

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Οι ναυτικές παραγγελίες των ετών 1825-1826. Τα υψηλά κόστη και οι σκανδαλώδεις καθυστερήσεις της εξοπλιστικής προσπάθειας

 

Τα «ΕΛΛΑΣ» και «ΚΑΡΤΕΡΙΑ» σε λιθογραφία του Karl Krazeisen 

 

του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή

ΜΑ Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού ΑΡΔΗΝ 

https://ardin-rixi.gr/archives/249556

 

Η άνοιξη του 1824 έμελλε να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της Επανάστασης που διήνυε πλέον τον τέταρτο χρόνο της, όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν θανάσιμο αντίπαλο, την πανίσχυρη Αίγυπτο του Μεχμέτ Αλή, του φιλόδοξου αυτού ηγεμόνα που συμμάχησε με τον Σουλτάνο και επρόκειτο να στείλει στην επαναστατημένη Ελλάδα τον γιό του Ιμπραήμ πασά για να καταστείλει τους «ραγιάδες» με αντάλλαγμα την Πελοπόννησο και την Κρήτη. Το σχέδιο εστιαζόταν στην από κοινού καταστροφή των ναυτικών νησιών από τον ενωμένο τουρκο-αιγυπτιακό στόλο ενώ παράλληλα ο αιγυπτιακός στρατός θα κατέστειλε την επανάσταση στο Μοριά και ο οθωμανικός θα υπέτασσε τη Ρούμελη. Ήταν πλέον φανερό ότι το ναυτικό πεδίο μάχης καθίστατο λίαν δυσχερές καθώς ο ήδη καταπονημένος ελληνικός στόλος καλούνταν να αντιμετωπίσει μια κολοσσιαία ναυτική δύναμη, με ανεξάντλητους πόρους και δυνατότητες ανεφοδιασμού, αποτελούμενη από ισχυρά σκάφη και καθοδηγούμενη από εκατοντάδες Ευρωπαίους αξιωματικούς.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΤΡΑΪΚΟ ΚΟΛΠΟ (1825-1826). Η ναυτική κινητοποίηση για τη σωτηρία του Μεσολογγίου

  

του

ΧΡΟΝΗ ΒΑΡΣΟΥ

Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία (τεύχος 288, Αυγούστου 2021)

Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου

Η ναυτική διάσταση της πολιορκίας του Μεσολογγίου (15 Απριλίου 1825 - 12 Απριλίου 1826) ήταν εξίσου σημαντική με τις χερσαίες επιχειρήσεις έξω από τα τείχη του. Οι επανειλημμένες προσπάθειες του ελληνικού στόλου να το ανεφοδιάσει ήταν καθοριστικής σημασίας για την τύχη του, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια. Η παρουσία ισχυρότατων τουρκο-αιγυπτιακών ναυτικών δυνάμεων στον ευρύτερο χώρο του Πατραϊκού κόλπου το απειλούσε με πλήρη αποκλεισμό από κάθε εξωτερική βοήθεια. Οι πολύμηνες συγκρούσεις των δύο αντιπάλων γύρω από τη λιμνοθάλασσα και τον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο καθόρισαν τελικά τη μοίρα της ηρωικής πόλης.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

Τα ελληνικά πυρπολικά στην Επανάσταση (1821-1829). Μια στατιστική αξιολόγηση της δράσης τους

 

του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή

Η οθωμανική ναυτική δύναμη την οποία κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν στα 1821 οι Έλληνες ναυτικοί, δεν αποτελούσε πλέον το φόβητρο που ήταν για τους ευρωπαϊκούς στόλους τον 16ο αιώνα. Η ετοιμότητα και εκπαίδευση των πληρωμάτων είχε εξασθενήσει, εγκαταλειφθεί αλλά και σταδιακά εκχωρηθεί σε κρίσιμο βαθμό στους χριστιανούς ραγιάδες του Αιγαίου (Έλληνες μελλάχηδες των ναυτικών νησιών που στέλνονταν ετησίως να υπηρετήσουν στο στόλο). Ειδικά μετά την καταστροφή του σουλτανικού στόλου από το Ρωσσικό στον Τσεσμέ κατά τα Ορλωφικά στα 1770, η αυτοπεποίθηση για το «αήττητο» του οθωμανικού ναυτικού είχε χαθεί οριστικά. Εν τούτοις το τεράστιο μέγεθός του, η ισχύς των πολεμικών του σκαφών, οι αστείρευτοι πόροι για νέες ναυπηγήσεις και η ενίσχυσή του από τους έμπειρους στόλους των βορειο-αφρικανικών περιοχών (Αλγέρι, Τύνιδα, Τριπολίτιδα και Αίγυπτος) δεν άφηναν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για τον τελικό νικητή στην επικείμενη ναυτική αναμέτρηση. Ο Οθωμανικός στόλος αποτελούνταν στην αρχή της Επανάστασης σύμφωνα με διαφορές πηγές από 4 τρίκροτα, 13-17 δίκροτα, 16-18 φρεγάτες, 5-6 κορβέτες και δεκάδες μπρίκια.

Ο ελληνικός στόλος, στον πυρήνα του ουσιαστικά ένας πρώην εμπορικός, την τελευταία 50ετια (1774-1821) και μετά τη Ρωσο-τουρκική συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), είχε μεταβληθεί σε καθαρά πολεμικό, με την αύξηση της ναυτικής εκπαίδευσης, εμπειρίας και ετοιμότητας των πληρωμάτων του, τη βελτίωση των τακτικών μάχης αλλά και την ενίσχυσή του με ναυτικά πυροβόλα για την αντιμετώπιση των πειρατών της βόρειας Αφρικής. Ο πυρήνας της δύναμής του αποτελούνταν από τους ισχυρούς στόλους των τριών ναυτικών νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών και δευτερευόντως της Κάσου, του Γαλαξιδίου και της Σάμου. Ο αριθμός των πλοίων του, που μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις των συγκρούσεων (μπρικο-γολέτες άνω των 180 tn με 12-18 πυροβόλα) ανερχόταν σύμφωνα με ποικίλες πηγές σε περίπου 200.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Η ναυμαχία των Πατρών (20 Φεβρουαρίου 1822)


 

του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου-Ιστορικού Ερευνητή

Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου

 

 Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στις 7/3/2021 στο ένθετο αφιέρωμα, για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, στην εφημερίδα "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ"

     Μετά την πτώση της Τρίπολης (23 Σεπτεμβρίου 1821) και την παράδοση του Ακροκορίνθου (14 Ιανουαρίου 1822) το σύνολο σχεδόν των τουρκικών φρουρίων στην Πελοπόννησο βρισκόταν στα χέρια των επαναστατών. Έμεναν όμως ακόμη υπό οθωμανικό έλεγχο τα ισχυρά κάστρα των Πατρών και του Ναυπλίου όπως και αυτά της Μεθώνης και της Κορώνης. Αρχές 1822 έληξε η μείζονος σημασίας σύγκρουση που μαινόταν στην Ήπειρο από τον Ιούλιο του 1820 ανάμεσα στον φιλόδοξο ισχυρό πασά των Ιωαννίνων, Αλή Τεπελενλή, και τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄. Η πτώση του Αλή και η δολοφονία του στις 24 Ιανουαρίου, θα αποδέσμευε δεκάδες χιλιάδες στρατού, που υπό τον μόρα-βαλεσή, Αχμέτ Χουρσίτ, ήταν απασχολημένος μέχρι τότε στο μέτωπο των Ιωαννίνων, γεγονός που βοήθησε τα μέγιστα την ελληνική υπόθεση. Προτού λοιπόν εκδηλωθεί η κάθοδος των τουρκικών δυνάμεων προς το νότο με στόχο την ανακατάληψη της Τρίπολης, έπρεπε να ανεφοδιαστούν μέσω του στόλου τα σημαντικά κάστρα του Μοριά, ιδίως αυτά του Ναυπλίου και της Πάτρας, που πολιορκούνταν έστω και χαλαρά από τους Έλληνες. Υπό τον νέο καπουδάν πασά Νασούχ Ζαντέ Καρά Αλής, διορισμένο ήδη από τον Νοέμβριο του 1821, το σουλτανικό ναυτικό ετοιμάστηκε για να υλοποιήσει τα σουλτανικά σχέδια.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς και το νέο-οθωμανικό αφήγημα. Μια στατιστική προσέγγιση των απωλειών της πολιορκίας

  " Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων "  (Πίνακας Π.Ζωγράφου - Ι. Μακρυγιάννη (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο ...