Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Η τελευταία (5η) ναυτική εκστρατεία για τη σωτηρία του Μεσολογγίου (20 Μαρτίου – 15 Απριλίου 1826)

  


Του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου – Ιστορικού Ερευνητή

Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας

Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου 

  

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΑΡΔΗΝ" (τεύχος 137, Μαρτίου - Μαΐου 2026)

Μετά την αποχώρηση του ελληνικού στόλου στα τέλη Ιανουαρίου 1826, ο αποκλεισμός του Μεσολογγίου έγινε ακόμη πιο ασφυκτικός δεδομένης και της συντριπτικής ναυτικής υπεροχής που απολάμβαναν οι πολιορκητές, ιδίως μετά την 6η Νοεμβρίου 1825 όταν η τεράστια τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα (69 πολεμικά, 10 πυρπολικά και 66 μεταγωγικά) αγκυροβόλησε στον Πατραϊκό κόλπο[1]. Ο Ιμπραήμ έχοντας αντιληφθεί από νωρίς τη στρατηγική αξία της λιμνοθάλασσας για την άμυνα της πόλης, ξεκίνησε από τα μέσα Φεβρουαρίου συντονισμένες επιχειρήσεις για την κατάληψη των νησίδων της και τον πλήρη έλεγχο όλων των προσβάσεων. Στη λιμνοθάλασσα συγκεντρώθηκαν σταδιακά μετά τις 17 Φεβρουαρίου, δεκάδες ειδικά εξοπλισμένα πλοιάρια διαφόρων τύπων χωρίς καρίνα, κατάλληλα για πλεύση στα ρηχά νερά της, υποστηριζόμενα από ένα αιγυπτιακό ατμοκίνητο[2]. Στις 20 του μηνός επανέπλευσαν στην Πάτρα 50 περίπου πολεμικά από την Μεθώνη, όπου είχαν πάει για επισκευές στα τέλη Ιανουαρίου. Δύο μέρες μετά, έφτασε στο Μεσολόγγι από την Ηλεία και ο Χουσεΐν μπέης για να ηγηθεί των αποβατικών επιχειρήσεων. 

Στις 25 Φεβρουαρίου, περίπου 2.000 Αιγύπτιοι υπό την ηγεσία του Χουσεΐν επιτέθηκαν στο Βασιλάδι. Η φρουρά της νησίδας, περίπου 85 άνδρες με 14 πυροβόλα υπό τον Σπύρο Πεταλούδη, αμύνθηκαν γενναία αρνούμενοι τις προτάσεις παράδοσης. Η ανατίναξη όμως από ατύχημα της πυριτιδαποθήκης προκάλεσε την κατάρρευση της άμυνας, την πτώση της νησίδας και τον θάνατο του Πεταλούδη και πολλών υπερασπιστών. Την 28η Φεβρουαρίου ακολούθησε η κατάληψη του Ντολμά και του Πόρου στην είσοδο της πόλης του Αιτωλικού. Η φρουρά των νησίδων, 180-200 άνδρες υπό τον Γρηγόρη Λιακατά, αντιμετωπίζοντας δεκαπλάσιες εχθρικές δυνάμεις περίπου 2.000 ανδρών, παρά τις σημαντικές απώλειες που τους επέφερε, υπέκυψε τελικά στην αριθμητική ανωτερότητα των αντιπάλων χάνοντας τον αρχηγό και σχεδόν το σύνολο των ανδρών της. Μετά την πτώση του Ντολμά, ήρθε την 1η Μαρτίου και η σειρά του Αιτωλικού. Η πόλη παραδόθηκε και οι περίπου 2.500 άμαχοι και η φρουρά των 300 ενόπλων μεταφέρθηκαν στην Άρτα και την Πρέβεζα[3]. Οι επιτυχίες του Ιμπραήμ στη λιμνοθάλασσα σταμάτησαν τελικά στην Κλείσοβα. Εκεί την 25η Μαρτίου η ολιγάριθμη φρουρά της νησίδας μαζί με ελάχιστες ενισχύσεις, συνολικά περίπου 150 άνδρες με 4 κανόνια υπό τους Κίτσο Τζαβέλλα και Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, αναχαίτισε τις μαζικές εχθρικές επιθέσεις τουλάχιστον 6.000 ανδρών, Τούρκων αρχικά και Αιγυπτίων στη συνέχεια, προκαλώντας τους περίπου 2.000 απώλειες συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Χουσεΐν μπέη[4].

Οι νησίδες της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου

 

Μετά την κατάληψη όλων των νησίδων της λιμνοθάλασσας με εξαίρεση την Κλείσοβα, ο αποκλεισμός του Μεσολογγίου έγινε ασφυκτικός. Κάθε δυνατότητα τροφοδοσίας των πολιορκημένων είχε πλέον διακοπεί και μόνον η παρουσία μιας ισχυρής ελληνικής ναυτικής δύναμης έδινε ελπίδες για συνέχιση της αντίστασης. Ανυπέρβλητες όμως οικονομικές δυσκολίες εμπόδιζαν την ταχεία επάνδρωση και εξοπλισμό μια ισχυρής αριθμητικά μοίρας που θα ήταν σε θέση να σπάσει τον αποκλεισμό και να τροφοδοτήσει επαρκώς το Μεσολόγγι[5]. Το σχέδιο της κυβέρνησης για κινητοποίηση 30 μπρικίων, 11 πυρπολικών και 20 μίστικων, φάνταζε μέσα στις δύσκολες εκείνες περιστάσεις ουτοπικό. Τελικά, καθώς ο χρόνος πίεζε υπερβολικά, με έκτακτους εράνους και εισφορές συγκεντρώθηκαν τα απαραίτητα ποσά για τον εξοπλισμό και την επάνδρωση των μοιρών[6].

ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης

 

Η υδραίικη μοίρα, συνολικά 13 μπρίκια και 2 πυρπολικά, με επικεφαλής τον «Άρη» του Ανδρέα Μιαούλη και την «Αθηνά» του Γεωργίου Σαχτούρη, απέπλευσε το πρωί του Σαββάτου 20 Μαρτίου 1826 από την Ύδρα για το Μεσολόγγι περνώντας πρώτα από τις Σπέτσες, όπου έφτασε το απόγευμα[7]. Μαζί της μετέφερε τρόφιμα και εφόδια για τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», την επιτροπή των Μεσολογγιτών που είχε μεταβεί στο Ναύπλιο για συνομιλίες καθώς και 200 ενόπλους υπό τον Θεοδωράκη Γρίβα[8]. Με δεδομένο ότι τα σπετσιώτικα και ψαριανά πλοία δεν ήταν ακόμη έτοιμα όπως και άλλα υδραίικα[9], η μοίρα, ενισχυόμενη από το ψαριανό πυρπολικό του Κωνσταντίνου Νικόδημου, απέπλευσε το πρωί της 22ας Μαρτίου για τα Βάτικα Λακωνίας όπου έφτασε το βράδυ. Το επόμενο διήμερο η σφοδρή κακοκαιρία διασκόρπισε τα ελληνικά πλοία, που ακολουθώντας πορεία δυτικά, άρχισαν πάλι να ενώνονται μπροστά από το Νεόκαστρο το απόγευμα της 26ης Μαρτίου. Το τριήμερο που ακολούθησε, η μοίρα έμαθε τα νέα της πτώσης του Βασιλαδίου και του Ντολμά, την παράδοση του Αιτωλικού, τις σοβαρές απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων αλλά και τα ανυπέρβλητα προβλήματα τροφοδοσίας του Μεσολογγίου. Το μεσημέρι της 29ης κοντά στην Κυλλήνη, ο Σαχτούρης επισκέφτηκε ένα αγγλικό εμπορικό μπρίκι προερχόμενο από την Πάτρα. Ο καπετάνιος του τον ενημέρωσε ότι «το ασκέρι του Ιμπραϊμ Πασά ευρίσκεται εις αθλίαν κατάστασιν […] από την πείνα, ότι σχεδόν αι ζωοτροφίαι τους άρχισαν να σώνωνται» και επιπλέον ότι οι Τουρκοαιγύπτιοι πληροφορήθηκαν «την Ελληνικήν θαλάσσιον εκστρατείαν από πλοία 80 […] και ότι δια ξηράς έρχονται προς βοήθειαν δεκατρείς χιλιάδες Έλληνες»[10]. Το πρωί της επομένης μέρας «μια Θιακιά μπρατζέρα από τον Πεταλά» ενημέρωσε τον Σαχτούρη για τη μεγάλη νίκη στην Κλείσοβα, ενώ το απόγευμα η μοίρα προσέγγισε τη νήσο Οξειά και έστειλε στο Μεσολόγγι με φωτιές το μήνυμα της άφιξης του ελληνικού στόλου. Τα ελληνικά πλοία περιορίστηκαν στον χώρο των Εχινάδων, μεταξύ των νησίδων Οξειά – Πεταλάς, όπου ήταν συγκεντρωμένα και 14 πλοιάρια με τροφές για το Μεσολόγγι, ενώ 27 εχθρικά πολεμικά ήλεγχαν τον θαλάσσιο χώρο Σκροφών – Αράξου. 

το μπρίκι του Α. Μιαούλη "ΑΡΗΣ"
 

Την άλλη μέρα ο Σαχτούρης με την αντιπροσωπεία των Μεσολογγιτών «ευγήκεν εις Πεταλά» και έστειλε «γράμματα εις Μεσολόγγι και τους εδιηγούντο το φθάσιμον του Ελληνικού στόλου, όστις φέρει μαζί του πολεμοφόδια και ζωοτροφίας». Επιστρέφοντας στο πλοίο του ο Υδραίος αντιναύαρχος μετέφερε στο πλήρωμα και θετικά νέα για τις διπλωματικές εξελίξεις καθώς «ο Μινίστρος Βέλικτων εμίσευσεν άφευκτα δια την Ρωσσίαν, και εκεί ομού να ομιλήσουν περί της ανεξαρτησίας των Ελλήνων»[11].

ο Υδραίος αντιναύαρχος Γεώργιος Σαχτούρης
 

Το πρωί της 1ης Απριλίου, ενώ έφτασαν στην περιοχή των Εχινάδων και τα υπόλοιπα πλοία που συμμετείχαν στην εκστρατεία, αποφασίστηκε σε σύσκεψη των κυβερνητών υπό τον Μιαούλη να προσεγγίσουν τη νύχτα τη λιμνοθάλασσα και με έναν ντόπιο «κολαούζον» (οδηγό), από ένα μυστικό πέρασμα κοντά στο Βασιλάδι «να γεμίσουν όλαις αι φελούκες παξιμάδια και να υπάγουν να τα ευγάλουν εκεί, και οι Μεσολογγίται με τα μονόξυλά τους να τα παραλάβουν»[12]. Το σχέδιο όμως δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί λόγω της παρουσίας δύο ομάδων εχθρικών πλοίων, 36 από την Κυλλήνη και 12 από την Πάτρα, που παρακολουθούσαν τις κινήσεις του ελληνικού στόλου και για μιάμιση ώρα το απόγευμα συγκρούστηκαν μαζί του εμποδίζοντάς τον να πλησιάσει. Το χειρότερο όμως ήταν ότι στα νερά των Εχινάδων «Αυτήν την νύχτα κατά δυστυχίαν εκάθησαν εις τα ρηχά 4 από του Στόλου μας» και αναγκάστηκαν να πετάξουν στη θάλασσα 270 σακιά με καλαμπόκι και παξιμάδι καθώς και πολύτιμα πολεμοφόδια που προορίζονταν για το Μεσολόγγι, για να μπορέσουν να αποκολληθούν[13]. Νωρίς το πρωί της επομένης μέρας τα 48 τουρκοαιγυπτιακά πλοία που παρέμεναν στη γραμμή Αράξου – Κυλλήνης, αντάλλαξαν για δύο περίπου ώρες κανονιοβολισμούς με τον ελληνικό στόλο. Το απόγευμα σε δεύτερη σύσκεψη των κυβερνητών αποφασίστηκε να φορτώσουν τα τρόφιμα και τα εφόδια και να τα βγάλουν στη λιμνοθάλασσα τη νύχτα προς τα ξημερώματα της 3ης Απριλίου, με μικρά πλοιάρια συνοδευόμενα από οπλισμένους άνδρες ενώ τα ελληνικά πλοία θα υποστήριζαν την όλη επιχείρηση[14]. Κι αυτή όμως η προσπάθεια, αν και καλά συντονισμένη, απέτυχε διότι έγινε αμέσως αντιληπτή από τις εχθρικές φρουρές που φύλαγαν τα περάσματα στη λιμνοθάλασσα. Ο Σαχτούρης στην πρωινή σύσκεψη με τον Μιαούλη ενημερώθηκε για την επιστολή των Μεσολογγιτών που παρέλαβε ο ναύαρχος, στην οποία οι πολιορκημένοι ενημέρωναν ότι «τα αλεύρια, όπου την προχθές τούς επήγαιναν τα πλοιάρια τα έπιασαν όλα οι Τούρκοι, […] και λέγουν ότι είναι τρείς ημέραι νηστικοί, και μετά βίας να βαστάξουν και σήμερον, αν δεν τους προφθάσωμεν ζωοτροφίας»[15].

Στις 7.30 το πρωί της 3ης Απριλίου ο ελληνικός στόλος συγκρούστηκε κοντά στις Εχινάδες για άλλη μια φορά με τον εχθρικό, σε μια τελευταία προσπάθεια, παρά τον δυσμενή συσχετισμό, να σπάσει τον αποκλεισμό της λιμνοθάλασσας και να τροφοδοτήσει το Μεσολόγγι. Επίθεση του σπετσιώτικου πυρπολικού του Ιωάννη Καστελλιώτη σε εχθρική φρεγάτα απέτυχε ενώ το σκάφος υπέστη σοβαρές ζημιές. Την ίδια τύχη είχε και το υδραίικο πυρπολικό του Μαρίνου Σπαχή που στην προσπάθειά του να πυρπολήσει μια εχθρική κορβέτα κάηκε χωρίς αποτέλεσμα. Η ανεπιτυχής προσπάθεια του Υδραίου πυρπολητή Γεωργίου Πολίτη να προσεγγίσει μια εχθρική φρεγάτα μετά το μεσημέρι, σηματοδότησε και τη λήξη της 6ωρης σύγκρουσης. Ο ελληνικός στόλος έχοντας 20 νεκρούς και 28 τραυματίες, αποσύρθηκε στο εσωτερικό των Εχινάδων ενώ ο τουρκοαιγυπτιακός αποχώρησε δυτικά της Οξειάς στη γραμμή Σκρόφες – Κυλλήνη ελέγχοντας πλήρως τη λιμνοθάλασσα.

 

Ήταν πλέον φανερό ότι η τελευταία αυτή ναυτική εκστρατεία είχε αποτύχει να ανεφοδιάσει την πολιορκημένη πόλη. Ο γραμματέας της «Αθηνάς» Νικόλαος Τσικλητήρας σημειώνει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιο πως «φοβούμεθα ότι το Μεσολόγγι υπάγει να κλίνη τον αυχένα», ενώ μετά την πρωινή σύσκεψη της 4ης Απριλίου με τον Μιαούλη, αναφέρει ότι «επέστρεψεν ο Αντιναύαρχός μας χωρίς νεώτερον, αλλά μάλλον μελαγχολικός δια οπού δεν έβλεπεν κανέν μέσον βοηθείας του Μεσολογγίου»[16]. Ο ελληνικός στόλος παρέμεινε περιορισμένος πλέον στον θαλάσσιο χώρο Εχινάδων – Ιθάκης χωρίς να μπορεί να παρέμβει αποφασιστικά. Στις 5 Απριλίου ο Μιαούλης έγραφε στους προκρίτους της Ύδρας: «λογαριάσετε ως χαμένο το Μεσολόγγι, επειδή δεν έχομεν τον τρόπον να εμβάσωμεν και προς ώραν ολίγην τροφήν, ενώ η ηρωική και πολυπαθής φρουρά είναι νηστική, κατά λογαριασμόν μας, τέσσαρας ημέρας τώρα […] μην παραβλέψετε τον γενικόν τούτον κίνδυνον, αλλά να ετοιμάσετε το γρηγορώτερον και άλλα πυρπολικά, και άλλα πλοία, και να μας τα στείλετε»[17].  Παρόμοια αγωνιώδη έκθεση απέστειλε την ίδια μέρα στους προκρίτους των Σπετσών και ο ναύαρχος Γ. Ανδρούτσος ζητώντας κι αυτός με τη σειρά του άμεση ενίσχυση του στόλου με πυρπολικά[18]. Την τραγική κατάσταση επιβεβαίωσε και ο Χειμαρριώτης οπλαρχηγός Χρήστος Βάρφης από το Μεσολόγγι, που επισκέφθηκε το πρωί της 6ης Απριλίου τον Σαχτούρη στη νήσο Πεταλά, αναφέροντας «ότι δια το Μεσολόγγι δεν είναι πλέον ελπίς»[19]


 

Αν και οι γραπτές εκκλήσεις από τη Ζάκυνθο, που μετέφερε στον Μιαούλη το Σάββατο του Λαζάρου στις 10 Απριλίου ο στρατηγός Σπυρομήλιος, ανέφεραν ότι «το γένος συνίσταται εις τα καράβια», καλώντας «να σταθούν με γενναιότητα, να καταρημώσουν τον εχθρόν, ως άλλοτε»[20], εντούτοις άρχιζε σταδιακά να ωριμάζει η ιδέα της αποχώρησης από την περιοχή, με δεδομένο ότι τα εφόδια τελείωναν. Στην πρωινή σύσκεψη της Κυριακής των Βαΐων αποφασίστηκε η προσωρινή παραμονή του στόλου και μια τελευταία προσπάθεια ανεφοδιασμού του από τη Ζάκυνθο. Στο μεταξύ όμως το προηγούμενο βράδυ είχε ήδη πραγματοποιηθεί η ηρωική έξοδος των Μεσολογγιτών, γεγονός που αγνοούσαν οι κυβερνήτες των πλοίων[21]. Την «θλιβεράν είδησιν, ότι το Μεσολόγγι εις τας 10 του τρέχοντος ξημερώνοντας η Κυριακή των Βαΐων, τρεις ώρας να φέξη, οι εν Μεσολόγγι επαράτησαν αυτό το φρούριον, και έκαμαν γιουρούσι» μετέφεραν το πρωί της Δευτέρας 12 Απριλίου στο πλήρωμα της «Αθηνάς» βάρκες που έφτασαν στη νήσο Πεταλά. Τα νέα επιβεβαίωσε και ο Σαχτούρης επιστρέφοντας από την σύσκεψη των κυβερνητών με τον Μιαούλη[22]. Χωρίς πλέον λόγο παρουσίας στην περιοχή, ο ελληνικός στόλος, αφού επιβίβασε στα πλοία τους 200 άνδρες του Γρίβα από τον Πεταλά, απέπλευσε για τις βάσεις του όπου έφτασε στις 15 Απριλίου μετά από ναυτική εκστρατεία 27 ημερών.


 

Ήταν σαφές ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, τον δυσμενή συσχετισμό δύναμης και με τις ελάχιστες διατεθείσες δυνάμεις ο ανεφοδιασμός και ως εκ τούτου η σωτηρία της πόλης ήταν κάτι το ανέφικτο. Επιπλέον οι άκαιρες τυχοδιωκτικές ενέργειες μέσα στον Μάρτιο, στη Βηρυτό και την Κάρυστο, απασχόλησαν σε δευτερεύοντα μέτωπα 4.500 άνδρες και 20 πλοία που θα μπορούσαν με έναν καλύτερο σχεδιασμό και συντονισμό να διατεθούν για τη σωτηρία του Μεσολογγίου, σε συνδυασμό με τις 4.000 άνδρες του εξωτερικού στρατοπέδου της Δερβέκιστας (Ανάληψη Τριχωνίδας). Τελικά η πείνα και οι στερήσεις προδιέγραψαν την τύχη των «Ελεύθερων Πολιορκημένων». Οι επανειλημμένες ηρωικές προσπάθειες των ελληνικών πληρωμάτων και προσωπικά του Μιαούλη δεν απέδωσαν, αλλά η μοίρα έφερε τον Υδραίο ναύαρχο με τη φρεγάτα «Ελλάς» να είναι αυτός στον οποίο έλαχε η τιμή, τρία χρόνια μετά (6 Μαΐου 1829), να εισέλθει στην απελευθερωμένη πλέον Ιερά Πόλη.

* όλες οι ημερομηνίες που αναφέρονται αφορούν το παλαιό ιουλιανό ημερολόγιο

  

Βιβλιογραφία

 

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975.

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ΄, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1986.

Βάρσος Χρόνης, «Η δράση του ελληνικού στόλου στον Πατραϊκό κόλπο (1825-1826). Η ναυτική κινητοποίηση των Ελλήνων για τη σωτηρία του Μεσολογγίου», Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 288, Αθήνα 2021, σ. 34-47.

Θεοφανίδης Ιωάννης, Ο αγών της ανεξαρτησίας. Ιστορία του ελληνικού ναυτικού Σεπτέμβριος 1824 - Απρίλιος 1826. Νεόκαστρον – Καφηρεύς – Αλεξάνδρεια – Μεσολόγγιον, έκδοσις «Ναυτικής Επιθεωρήσεως», Αθήνα 1932.

Κολόμβας Νικόλαος Α., Βασιλάδι. Η Ιστορική Νησίδα – Κλειδί της Λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου και οι Ναυτικές Επιχειρήσεις στην περιοχή κατά την περίοδο της Εθνεγερσίας. Οι Ανδρείοι Υπερασπιστές του, Ένωση Αιτωλοακαρνάνων Περιστερίου «Η Έξοδος», Αθήνα 2010.

Μεταλληνός Κωνσταντίνος, Ο ναυτικός πόλεμος κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821-1829, τόμοι Α΄- Β΄, Andys Publishers, Αθήνα 2016.

Μίχος Αρτέμιος Ν., Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινές άλλες σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου αγώνος αναγόμεναι, Αθήνα 1883.

Σαχτούρης Γεώργιος, Ιστορικά ημερολόγια του ναυτικού αγώνος του 1821, τυπογραφείον Κουσουλινού και Αθανασιάδου, Αθήνα 1890.

Σπυρομήλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826, εκδ. Ιω. Βλαχογιάννη, Αθήναι 1926.

Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Γ΄, Λονδίνο 1862.



[1] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Γ΄, Λονδίνο 1862, σ. 309-310.

[2] Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονταν λαντζόνια με ένα κανόνι και 30 στρατιώτες, εξοπλισμένα πλοιάρια και άκατοι με ένα κανόνι και 12 στρατιώτες, κανονιοφόροι και ειδικές σχεδίες με έναν όλμο. Ο Αρτέμιος Μίχος αναφέρει περίπου 87 τέτοια σκάφη ενώ ο Ιωάννης Θεοφανίδης τα περιορίζει σε 67. Βλ. Αρτέμιος Ν. Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινές άλλες σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου αγώνος αναγόμεναι, Αθήνα 1883, σ. 46 και Ιωάννης Θεοφανίδης, Ο αγών της ανεξαρτησίας. Ιστορία του ελληνικού ναυτικού Σεπτέμβριος 1824 - Απρίλιος 1826. Νεόκαστρον – Καφηρεύς – Αλεξάνδρεια – Μεσολόγγιον, έκδοσις «Ναυτικής Επιθεωρήσεως», Αθήνα 1932, σ. 352 και Νικόλαος Α. Κολόμβας, Βασιλάδι. Η Ιστορική Νησίδα – Κλειδί της Λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου και οι Ναυτικές Επιχειρήσεις στην περιοχή κατά την περίοδο της Εθνεγερσίας. Οι Ανδρείοι Υπερασπιστές του, Ένωση Αιτωλοακαρνάνων Περιστερίου «Η Έξοδος», Αθήνα 2010, σ. 98-100 και Κωνσταντίνος Μεταλληνός, Ο ναυτικός πόλεμος κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821-1829, τόμοι Α΄- Β΄, Andys Publishers, Αθήνα 2016, σ. 468-469.

[3] Τρικούπης, ό.π., σ. 325-328 και Κολόμβας, ό.π., σ. 102-110 και Μεταλληνός, ό.π., σ. 470-471.

[4] Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ΄, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 454-457 και Θεοφανίδης, ό.π., σ. 362-367.

[5] Είχαν προηγηθεί 4 ναυτικές εκστρατείες ενίσχυσης του Μεσολογγίου βραχείας παραμονής στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο (15-26 Ιουλίου 1825, 13-28 Νοεμβρίου 1825, 2 Δεκεμβρίου 1825– 2 Ιανουαρίου 1826, 5-27 Ιανουαρίου 1826) και μιας πιο μόνιμης από μοίρα 7 πλοίων το διάστημα 26 Ιουλίου – 23 Οκτωβρίου 1825. Βλ. Χρόνης Βάρσος, «Η δράση του ελληνικού στόλου στον Πατραϊκό κόλπο (1825-1826). Η ναυτική κινητοποίηση των Ελλήνων για τη σωτηρία του Μεσολογγίου», Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 288, Αθήνα 2021, σ. 34-47.

[6] Μεταλληνός, ό.π., σ. 476-479.

[7] Γεώργιος Σαχτούρης, Ιστορικά ημερολόγια του ναυτικού αγώνος του 1821, Αθήνα 1890, σ. 181 και Μεταλληνός, ό.π., σ. 480-481.

[8] Η 6μελής επιτροπή που αποτελούνταν από τους Χρ. Κουτσονίκα, Α. Ίσκο (παρέμεινε στο Ναύπλιο), Λ. Βέικο, Ν. Ζέρβα, Α. Κουσουρή και Σπυρομήλιο, είχε αποπλεύσει στις 17 Ιανουαρίου 1826 από το Μεσολόγγι με το μπρίκι «Αθηνά» του Γ. Σαχτούρη για το Ναύπλιο με σκοπό την ενημέρωση της Κυβέρνησης για την κατάσταση στην πολιορκημένη πόλη. Βλ. Σαχτούρης, Ιστορικά ημερολόγια του ναυτικού αγώνος του 1821, σ. 177.

[9] Επρόκειτο για 8 σπετσιώτικα μπρίκια και 4 πυρπολικά υπό τον ναύαρχο Γεώργιο Ανδρούτσο και επιπλέον 5 υδραίικα μπρίκια (εξ ων το «Μιλτιάδης» του Γ. Σαχίνη που είχε φορτώσει από το Ναύπλιο τον κύριο όγκο τροφίμων και εφοδίων για το Μεσολόγγι) και το πυρπολικό του Γ. Πολίτη. Η ψαριανή συμμετοχή περιοριζόταν σε 2 μπρίκια, 2 πυρπολικά και ένα μίστικο. Βλέπε Μεταλληνός, ό.π., σ. 480-481. Άλλα 13 σπετσιώτικα μπρίκια με 2.000 ενόπλους υπό τους Ν. Κριεζώτη, Β. Μαυροβουνιώτη και Χατζημιχάλη Νταλιάνη, είχαν ήδη αποπλεύσει από τις 9 Μαρτίου για μια τυχοδιωκτική εκστρατεία στο Λίβανο. Την ίδια περίοδο άλλο σώμα 2.500 τακτικών και ατάκτων υπό τον Κ. Φαβιέρο, είχε εκστρατεύσει στην Εύβοια με τη ναυτική υποστήριξη 6 υδραιοψαριανών πλοίων επιχειρώντας την κατάληψη της Καρύστου. Βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, σ. 525-540.

[10] Σαχτούρης, ό.π., σ. 185.

[11] Στο ίδιο, σ. 188. Αφορούσε το ταξίδι του Βρετανού στρατηγού Arthur Wellesley, 1st Duke of Wellington, νικητή του Ναπολέοντα, στην Πετρούπολη στις αρχές του 1826 για συνομιλίες με τον νέο Τσάρο Νικόλαο Α΄ με στόχο την από κοινού αγγλορωσική διαμεσολάβηση στο ελληνικό ζήτημα. Οι συνομιλίες κατέληξαν τελικά στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης (23 Μαρτίου / 4 Απριλίου 1826) που προέβλεπε την ίδρυση αυτόνομου ελληνικού κράτους, φόρου υποτελούς στην Πύλη. Βλ. Νικόλαος Πετσάλης, «Η θέση της ελληνικής επαναστάσεως στο διπλωματικό πεδίο κατά το 1826», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 436-437.

[12] Στο ίδιο, σ. 189.

[13] Στο ίδιο.

[14] Στο ίδιο, σ. 190.

[15] Στο ίδιο, σ. 191.

[16] Στο ίδιο.

[17] Μεταλληνός, ό.π., σ. 488.

[18] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, σ. 460.

[19] Σαχτούρης, ό.π., σ. 193.

[20] Στο ίδιο, σ. 196. Ο Σπυρομήλιος είχε μεταβεί στη Ζάκυνθο για να ζητήσει από την αγγλική διοίκηση των Ιονίων να μεσολαβήσει στον Ιμπραήμ για τη σωτηρία των αμάχων. Στο ίδιο, σ. 193.

[21] Στην έξοδο συμμετείχαν περίπου 3.000 ένοπλοι και 7.000 άμαχοι και γυναικόπαιδα. Στην πόλη έμειναν, ως τελευταία εστία αντίστασης, 600 τραυματίες πολεμιστές, ασθενείς και γέροντες.

[22] «του Ναυάρχου του τα είπεν ο Κομαντάντες του Βρικίου Αγγλικού, οπού ήτον εις Βασιλάδι αραγμένον». Σαχτούρης, ό.π., σ. 197. Επρόκειτο για το αγγλικό μπρίκι «Chanticleer» με κυβερνήτη τον Hope-Johnston. Βλέπε και Μεταλληνός, ό.π., σ. 492.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η τελευταία (5η) ναυτική εκστρατεία για τη σωτηρία του Μεσολογγίου (20 Μαρτίου – 15 Απριλίου 1826)

   Του Χρόνη Βάρσου Φιλολόγου – Ιστορικού Ερευνητή Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου      Το παρόν άρ...