Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2024

ΟΙ ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ (1825 & 1827). Δύο τολμηρές αλλά αποτυχημένες απόπειρες καταστροφής του αιγυπτιακού στόλου

 του

ΧΡΟΝΗ ΒΑΡΣΟΥ

Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία (τεύχος 316, Δεκεμβρίου 2023)

 


 Η Αλεξάνδρεια σε γαλλικό χάρτη με τα δύο λιμάνια της. Διακρίνεται καθαρά το δυτικό λιμάνι του Ευνόστου, όπου και ο αιγυπτιακός ναύσταθμος, που σημειώθηκαν οι δυο επιθέσεις του ελληνικού ναυτικού το 1825 και το 1827.
 

Η ναυτικός αγώνας στα χρόνια της Παλιγγενεσίας έλαβε νέες διαστάσεις με την είσοδο του ισχυρότατου αιγυπτιακού στόλου στο θαλάσσιο πεδίο αντιπαράθεσης το 1824. Η απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία, η κατάληψη της Μεθώνης και του Νεόκαστρου και η ταχεία προέλασή του στο εσωτερικό της Πελοποννήσου την άνοιξη του 1825, δημιούργησαν νέα δεδομένα και απειλές. Οι αλλεπάλληλες αρχικές αποτυχίες αναχαίτισής του, η παράλληλη έναρξη της πολιορκίας του Μεσολογγίου από τον Κιουταχή και η έξοδος του σουλτανικού στόλου στο Αιγαίο έθεταν την επανάσταση σε τεράστιο κίνδυνο. Ήταν σαφές ότι η γραμμή ανεφοδιασμού των αιγυπτιακών δυνάμεων Αλεξάνδρεια – Σούδα – Ναβαρίνο, έπρεπε να πληγεί αποφασιστικά με ένα εντυπωσιακό χτύπημα στην καρδιά της ναυτικής ισχύος του αντιπάλου, τον ναύσταθμο της Αλεξάνδρειας. Σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν έτσι δύο επιχειρήσεις τον Ιούλιο του 1825 και τον Ιούνιο του 1827, που αν και απέτυχαν, εντούτοις αποτέλεσαν την κορύφωση της ναυτικής τόλμης και ικανότητας των ελληνικών πληρωμάτων.

 


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η αποτυχία του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1808-1839) να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση τον οδήγησε τον Μάρτιο του 1824 να ζητήσει τη βοήθεια του πανίσχυρου και φιλόδοξου πασά της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλή που απέστειλε τον θετό γιό του Ιμπραήμ στην Ελλάδα για να υποτάξει τους «απείθαρχους ραγιάδες» με αντάλλαγμα την Κρήτη και τον Μοριά. Η Επανάσταση θα αντιμετώπιζε πλέον έναν νέο αντίπαλο με τεράστιες στρατιωτικές δυνατότητες, εκσυγχρονισμένο στρατό, διαρθρωμένο και εκπαιδευμένο σε ευρωπαϊκά πρότυπα, διοικούμενο από βετεράνους αξιωματικούς των Ναπολεοντείων πολέμων, σαφώς ισχυρότερο στόλο, ανεξάντλητες εφεδρείες και απεριόριστες δυνατότητες ανεφοδιασμού.

Το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου 1824 οι Έλληνες, καθώς εξελισσόταν ο πρώτος εμφύλιος  (Νοέμβριος 1823 - Ιούνιος 1824) με τη σφοδρή σύγκρουση Βουλευτικού-Εκτελεστικού, δέχτηκαν καθοριστικά πλήγματα με την καταστολή της επανάστασης στην Κρήτη (τέλη Μαΐου) και την καταστροφή της Κάσου (29 Μαΐου) και των Ψαρών (22 Ιουνίου). Χρειάστηκε η μεγάλη ναυτική κινητοποίηση του δευτέρου εξαμήνου του 1824 (μέσα Ιουνίου - 3 Νοεμβρίου 1824) για τη σωτηρία της Σάμου, που κορυφώθηκε με μια σειρά επικών ναυτικών νικών (Σάμος, Κως - Αλικαρνασσός, Γέροντας, Μυτιλήνη, Ηράκλειο) απέναντι στον πανίσχυρο ενωμένο τουρκο-αιγυπτιακό στόλο που κυνηγήθηκε μέχρι την Κρήτη και κατανικήθηκε. Ο Ιμπραήμ αποσύρθηκε στη Μαρμαρίδα για ανασυγκρότηση και το διάστημα Δεκεμβρίου – Ιανουαρίου μετέφερε δυνάμεις στην Κρήτη για τη μελλοντική απόβασή του στην Πελοπόννησο.

Τον Οκτώβριο του 1824 ξέσπασε ο καταστροφικότερος δεύτερος εμφύλιος. Η νίκη της παράταξης Μαυροκορδάτου – Κουντουριώτη - Κωλέττη επί των προκρίτων και οπλαρχηγών της Πελοποννήσου και η προηγηθείσα επέμβαση ρουμελιώτικων κυβερνητικών στρατευμάτων στον Μοριά προκάλεσε ανεπανόρθωτο ψυχικό ρήγμα στις σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων. Τα χρήματα των δύο αγγλικών δανείων αντί να χρηματοδοτήσουν τον στόλο κατασπαταλήθηκαν στις εμφύλιες συγκρούσεις. Το χειρότερο όμως όλων, με τη λήξη του εμφυλίου τον Ιανουάριο του 1825, ήταν η φυλάκιση στην Ύδρα των ηττημένων στρατιωτικών, προεξάρχοντος του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη εν όψει της επικείμενης εισβολής του Ιμπραήμ. Στην Πελοπόννησο παρέμεναν βέβαια ισχυρά ένοπλα σώματα 11.000 ανδρών, ιδίως Ρουμελιωτών, με άξιους αρχηγούς, που όμως οι σχέσεις τους με τον ντόπιο πληθυσμό ήταν σχεδόν εχθρικές και τα οποία επιπλέον επιθυμούσαν να επιστρέψουν τάχιστα στη Στερεά λόγω της αναμενόμενης εκστρατείας του Κιουταχή.

Ο Ιμπραήμ (1789-1848) σε ρομαντική γκραβούρα του 1820 (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο). Με τον ευρωπαϊκού τύπου στρατό του κλόνισε συθέμελα την επανάσταση το διάστημα 1825 - 1828.
 

Στις 11-12 Φεβρουαρίου 1825 ο Ιμπραήμ αποβίβασε στη Μεθώνη 5.500 στρατό και διέλυσε την πολιορκία της Κορώνης. Στις 5 Μαρτίου μετέφερε επιπλέον 6.500, ανεφοδίασε την Πάτρα και ξεκίνησε τη δίμηνη πολιορκία του Νεόκαστρου στον κόλπο του Ναβαρίνου (10 Μαρτίου). Η νίκη του στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου) και η μεταφορά (19-21 Απριλίου) άλλων 4.000 στρατιωτών στη Μεθώνη οδήγησαν στην κατάληψη της Σφακτηρίας (26 Απριλίου), την πτώση του Παλαιόκαστρου (28 Απριλίου) και την παράδοση του Νεόκαστρου (11 Μαΐου). Ενώ η Μεσσηνία χανόταν, η κυβέρνηση συνέλαβε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στις 7 Απριλίου δολοφονώντας τον δύο μήνες μετά στην Ακρόπολη. Υπό το βάρος των δυσμενών εξελίξεων και των αλλεπάλληλων ηττών όμως αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τον Κολοκοτρώνη (17 Μαΐου) και να του παραχωρήσει την αρχηγία εναντίον του Ιμπραήμ. Ο Αιγύπτιος πασάς προήλασε ταχέως στη Μεσσηνία, νίκησε στο Μανιάκι (20 Μαΐου), στην Τραμπάλα (5-7 Ιουνίου), εισήλθε στην Τρίπολη (11 Ιουνίου) αλλά αναχαιτίστηκε στις 13 του μηνός στους Μύλους, έξω από το Ναύπλιο. Στις 20 του μήνα μετέφερε για 4η φορά επιπλέον 6.000 στρατό στο Ναβαρίνο και παρά τις μέχρι τότε μεγάλες απώλειές του, πέτυχε δύο νέες νίκες στα Τρίκορφα (24 Ιουνίου) και στην Αλωνίσταινα (2-3 Ιουλίου) λεηλατώντας παράλληλα την Αρκαδία. 

 Ο Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς Κιουταχής (1780-1836), εξισλαμισθείς χριστιανός από τη Γεωργία, ίσως ο ικανότερος Οθωμανός διοικητής στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης

Στο μέτωπο της Στερεάς, στις 21 Μαρτίου, ο νέος Ρούμελη-βαλεσή, Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς Κιουταχής, εξεστράτευσε από την Άρτα με μια τεράστια στρατιά 50.000 ανδρών (35.000 μάχιμοι και 15.000 βοηθητικοί) και στις 15 Απριλίου ξεκίνησε την πολιορκία του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Ταυτόχρονα άλλες 5.500 άνδρες από τη Ναύπακτο και τη Λαμία κινήθηκαν προς τη Φωκίδα και μέχρι τις 4 Μαΐου κατέλαβαν τα Σάλωνα ενισχυόμενοι στα μέσα Μαΐου μέσω Θεσσαλίας με άλλες 3.150 άνδρες. Την ίδια περίοδο τα ρουμελιώτικα στρατεύματα που επέστρεφαν από την Πελοπόννησο δημιούργησαν στρατόπεδο 4.500 ανδρών έξω από τα Σάλωνα.

Την Άνοιξη του 1825 το ελληνικό ναυτικό ανέλαβε να φέρει σε πέρας τη ναυτική υποστήριξη του Νεόκαστρου και τη διακοπή της οδού ανεφοδιασμού των Αιγυπτίων μεταξύ Σούδας - Μεθώνης. Ο Απρίλιος σημαδεύτηκε από την ηρωική έξοδο της ναυτικής μοίρας από τον κόλπο του Ναβαρίνου στις 26 Απριλίου και την επιτυχή νυκτερινή προσβολή με 6 πυρπολικά του αιγυπτιακού στόλου στη Μεθώνη στις 30 του μηνός. Εντούτοις δεν απετράπη η πτώση του Νεόκαστρου και η παρεμπόδιση του Ιμπραήμ από το να εγκαταστήσει σταθερό προγεφύρωμα στο τρίγωνο Μεθώνη – Κορώνη - Ναβαρίνο. Στο μέτωπο του ανατολικού Αιγαίου ο ελληνικός στόλος υπό τον Γεώργιο Σαχτούρη κατανίκησε στις 20 Μαΐου στον Καφηρέα (κάβο Ντόρο) την εχθρική αρμάδα του Μεχμέτ Χοσρέφ που κατέφυγε στη Σούδα με σοβαρές απώλειες αποτυγχάνοντας όμως στις 2 Ιουνίου να τον προσβάλλει μέσα στον ναύσταθμο.

 Η προέλαση του Ιμπραήμ στο εσωτερικό της Πελοποννήσου το πρώτο εξάμηνο του 1825
 

Στις 11 Ιουνίου ο ενωμένος τουρκο-αιγυπτιακός στόλος (83 πλοία) απέπλευσε από τη Σούδα χωρίς να καταστεί εφικτό να αναχαιτιστεί στη ναυμαχία του  Ταινάρου (κάβο Ματαπά) στις 16 Ιουνίου και έφτασε στο Ναβαρίνο στις 20 αποβιβάζοντας - για τέταρτη φορά - επιπλέον 6.000 στρατό. Ενώ η αιγυπτιακή μοίρα έφυγε για την Αλεξάνδρεια, ο Χοσρέφ με 42 πλοία στις 28-29 Ιουνίου έφτασε στον Πατραϊκό κόλπο διεξάγοντας ανεπιτυχώς σειρά ναυτικών επιθέσεων κατά των νησίδων εντός της λιμνοθάλασσας με τα 36 ειδικά πλοιάρια που διέθετε.

Από την προκεχωρημένη ναυτική βάση στα Βάτικα (Νεάπολη Λακωνίας) απέπλευσαν για το Μεσολόγγι συνολικά 22 υδραιοσπετσιώτικα μπρίκια με 5 πυρπολικά υπό τους Α. Μιαούλη, Γ. Σαχτούρη και Γ. Ανδρούτσο και στις 23 Ιουλίου έξω από τον Άραξο σε μια 5ωρη σύγκρουση κατανίκησαν τον εχθρικό στόλο που κατέφυγε τελικά στην Αλεξάνδρεια τέλη του μήνα εξαλείφοντας κάθε εχθρική ναυτική παρουσία στην περιοχή του Πατραϊκού κόλπου και τη λιμνοθάλασσα.

 

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

 

Η ισχύς των αντιπάλων σε πλοία, υλικό και άνδρες αλλά και η ποιοτική υπεροχή του αιγυπτιακού στόλου σε σχέση με τον τουρκικό, συνδυαζόταν και με τις απεριόριστες δυνατότητες ανεφοδιασμού τους μέσω της γραμμής Αλεξάνδρεια – Σούδα – Ναβαρίνο - Πάτρα που παρέμενε ουσιαστικά απρόσβλητη από το ελληνικό ναυτικό. Ακόμη και η βάση στα Βάτικα δεν ήταν σε θέση να ελέγξει αποτελεσματικά τη γραμμή Σούδας – Μεθώνης. Ήταν φανερό ότι μόνον με ένα αιφνιδιαστικό μαζικό πυρπολικό πλήγμα στον εχθρικό ναύσταθμο της Αλεξάνδρειας, την καρδιά του αιγυπτιακού στόλου, θα μπορούσε να αναχαιτιστεί μια νέα – πέμπτη - αποστολή πλοίων και στρατού στην Πελοπόννησο. Το εγχείρημα ασφαλώς δεν ήταν εύκολο, αντίστοιχη εμπειρία σε αποστολή τόσο μακριά από τις κύριες ελληνικές ναυτικές βάσεις (σε ευθεία γραμμή η απόσταση Ύδρας-Αλεξάνδρειας είναι 900 χλμ) δεν υπήρχε ενώ το σχέδιο εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τα πλοία και τα πληρώματα.

Μέχρι το 1825 η μόνη δράση του ελληνικού στόλου μακριά από τα νερά του Αιγαίου και του Ιονίου περιοριζόταν σε μια ισχνή ναυτική παρουσία στην Κύπρο (Λάπηθο και Καρπασία) τον Ιούνιο του 1821 από 3 ψαριανά μπρίκια υπό τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Πιο εντυπωσιακή ήταν η δράση μιας κασιώτικης μοίρας 4 ή 8 πλοίων υπό τον Χατζή Νικόλα Μακρή στα τέλη Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου του 1822 που επέδραμε στην αιγυπτιακή βάση της Δαμιέττης στο δέλτα του Νείλου, λεηλατώντας 13 ή 19 μεταγωγικά πλοία και αιχμαλωτίζοντας τα 3 από αυτά. Τον Οκτώβριο του 1822 στα παράλια της Συρίας δύο ψαριανά πλοία αιχμαλώτισαν 4 τουρκικά μεταγωγικά ενώ 12 κασιώτικα έξω από την Αλεξάνδρεια αιχμαλώτισαν άλλα 4 μεταγωγικά και ένα αιγυπτιακό μπρίκι καθώς και 6 τουρκικές γολέτες στην Κύπρο διενεργώντας ναυτική επιδρομή στην Αμμόχωστο. Υπάρχουν γαλλικές αναφορές για παρουσία ελληνικών πλοίων στην Κύπρο τουλάχιστον 3 φορές μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1823. Όλες αυτές όμως οι ναυτικές δράσεις ήταν μεμονωμένες και αφορούσαν επιθέσεις εναντίον απροστάτευτων μεταγωγικών.

Η εμπειρία του μαζικού νυχτερινού πυρπολικού πλήγματος στη Μεθώνη τον Απρίλιο με τα εντυπωσιακά καταστροφικά αποτελέσματα προσέδωσε μεγάλη αυτοπεποίθηση στους Έλληνες ναυτικούς και η πρόθεση να επιφέρουν καίριο πλήγμα στον αιγυπτιακό στόλο άρχισε να διαμορφώνεται στη σκέψη ιδίως των Υδραίων μετά τις ανησυχητικές πληροφορίες που έφταναν για νέα αιγυπτιακή απόβαση στο Ναβαρίνο μέσα στον Οκτώβριο. Πράγματι με ημερομηνία 2/14 Ιουλίου έφτασε αναφορά στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα από τον Ιταλό φιλέλληνα κατάσκοπο Τζιούστι, μόνιμα εγκατεστημένο στην Αλεξάνδρεια, για τις ετοιμασίες του αιγυπτιακού στόλου και τα σχέδια του Μεχμέτ Αλή για αποστολή το Φθινόπωρο επιπλέον 10.000 στρατιωτών στην Πελοπόννησο με ταυτόχρονη πρόταση για μια αιφνιδιαστική πυρπολική επίθεση και καταστροφή του εντός του λιμένος που κατέληγε: «Ιδού κατόρθωμα, διά του οποίου θέλουν (οι Γραικοί) γνωρισθεί και δοξασθεί εις όλον τον κόσμον». 

 Ο Υδραίος πλοίαρχος Αντώνιος Κριεζής (1796-1865) από τους πλέον ικανούς ναυμάχους στα χρόνια του Αγώνα. (πίνακας του Σπυρίδωνα Προσαλέντη, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).  Με το πλοίο του «Επαμεινώνδας» συμμετείχε στην εκστρατεία στην Αλεξάνδρεια το 1825.
 

Με δεδομένη την απουσία των Α. Μιαούλη και Γ. Σαχτούρη στον Πατραϊκό κόλπο, το σχέδιο δράσης και οι λεπτομέρειες της επίθεσης καταστρώθηκαν στην Ύδρα σε σύσκεψη του Λ. Κουντουριώτη με τους πλοιάρχους Εμμανουήλ Τομπάζη και Αντώνη Κριεζή (επελέγη αρχικά ως αρχηγός της αποστολής αλλά παραχώρησε τη θέση του στον Τομπάζη), που θα συμμετείχαν αντίστοιχα με τη νάβα (κορβέτα) «Θεμιστοκλής» των 18 πυροβόλων με καπετάνιο τον Αντώνιο Ραφαήλ και το μπρίκι «Επαμεινώνδας» των 16 πυροβόλων. Παρόντες και οι τρεις επιλεγμένοι πυρπολητές: ο Ψαριανός Κωνσταντίνος Κανάρης και οι Υδραίοι Εμμανουήλ Μπούτης και Αντώνιος Θ. Βώκος. Ενδεικτικό του πνεύματος μαχητικότητας αλλά και του ακραίου τοπικισμού της εποχής και του ανταγωνισμού ανάμεσα στα ναυτικά νησιά, ήταν το γεγονός της απόπειρας δολοφονίας του Εμμανουήλ Τομπάζη έξω από το σπίτι του από «προσβεβλημένους» Υδραίους για την επιλογή του Κανάρη, ενός Ψαριανού, στη θέση του αρχικώς επιλεγέντος ντόπιου πυρπολητή Γεωργίου Πολίτη, αφού σύμφωνα με τα τότε ήθη η επιχείρηση έπρεπε να έχει αποκλειστικά υδραίικη σύνθεση!

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ, ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΘΕΣΗ

 

Ο Εμμανουήλ Τομπάζης (1784-1831) σε λιθογραφία του Μποέρινγκερ (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο). Υδραίος πλοίαρχος με πλούσια ναυτική δράση στα χρόνια της Επανάστασης. Ηγήθηκε με την κορβέτα «Θεμιστοκλής» της πρώτης ναυτικής επιδρομής στην Αλεξάνδρεια το 1825.
 

Στις 22 Ιουλίου το πρωί με άκρα μυστικότητα η μικρή μοίρα αποτελούμενη από τα δυο μπρίκια και τα τρία πυρπολικά μεθόρμισε στο Μετόχι, απέναντι από την Ύδρα, ολοκληρώνοντας τις προετοιμασίες. Η έλευση όμως το μεσημέρι της επομένης μέρας στην περιοχή μιας αυστριακής ναυτικής μοίρας 4 πλοίων υπό τον ναύαρχο Ακκούρτι και ο φόβος αποκάλυψης της επιχείρησης στους Τούρκους, οδήγησε στον πρόωρο απόπλου το επόμενο πρωί για το κοντινό ακρωτήριο της Ύδρας, Ζούρβα. Λόγω νηνεμίας η εκκίνηση από τη Ζούρβα για την Αλεξάνδρεια έλαβε χώρα το απόγευμα της 24ης Ιουλίου. Ξημερώνοντας η 27η , η μοίρα προσέγγισε την Κάσο και δύο μέρες μετά την 29η στις 05:30 το πρωί έφτασε βόρεια της Αλεξάνδρειας μετά από ταξίδι 6 ημερών. Ακολούθησε συμβούλιο των πλοιάρχων στον «Θεμιστοκλή» και επικύρωση του σχεδίου δράσης. Επειδή η επίθεση σχεδιάστηκε να εκδηλωθεί το απόγευμα, τα πυρπολικά θα έπρεπε να βρίσκονται στο στόμιο του δυτικού λιμανιού (Εύνοστος) στις 5μμ και άρα η εκκίνηση προς την Αλεξάνδρεια θα ξεκινούσε στις 12 το μεσημέρι. Το πυρπολικό του Μπούτη θα υποστήριζε ο «Επαμεινώνδας» και τα άλλα δύο ο «Θεμιστοκλής». Τα δύο μπρίκια θα περίμεναν έξω από το λιμάνι με αναμμένους πυρσούς ώστε να είναι ορατά για να παραλάβουν τα πληρώματα των πυρπολικών αμέσως μετά την ανάφλεξη.

Στο λιμάνι βρισκόταν τα πλοία της αιγυπτιακής μοίρας που είχε επιστρέψει από το Ναβαρίνο και όσα ναυλοχούσαν ήδη εκεί, συνολικά 8 φρεγάτες, 5 κορβέττες, 32 μπρίκια και 7 μεταγωγικά καθώς και 150 ξένα εμπορικά εκ των οποίων 25 γαλλικά. Ασφαλώς χρειαζόταν αυξημένη προσοχή να μην πληγούν σκάφη με ξένη σημαία. Eντός του ναυστάθμου στις 5 το απόγευμα της 29ης Ιουλίου εισήλθε μόνον το πυρπολικό του Κανάρη, το ταχύτερο από τα άλλα δύο, με υψωμένη ρωσική σημαία. Αφού αιχμαλώτισε τον Αιγύπτιο πλοηγό που ανέβηκε στο πυρπολικό για να τον οδηγήσει στο λιμάνι, εντόπισε έναν εξαιρετικό υποψήφιο στόχο: πέντε φρεγάτες αγκυροβολημένες κάτω από το παλάτι του Μεχμέτ Αλή. Καθώς κατευθυνόταν προς τα εκεί και αφού απέφυγε με τέχνασμα τον έλεγχο αιγυπτιακής ακταιωρού που τον προσέγγισε, ξαφνικά ο άνεμος έπεσε. Στη συνέχεια η πορεία του πυρπολικού άρχισε να γίνεται άναρχη λόγω των πνοών του ανέμου και αυτό κίνησε τις υποψίες του γαλλικού μπρικίου «LAbeille» καθώς και της ακταιωρού. Το στοιχείο του αιφνιδιασμού φάνηκε ότι χανόταν. Ο Κανάρης αφού ύψωσε την ελληνική σημαία πυροδότησε το σκάφος προς άλλη κατεύθυνση, όπου βρισκόταν μια φρεγάτα εν μέσω μερικών μπρικίων, ενώ το πλήρωμα διέφυγε με τη σκαμπαβία κωπηλατώντας προς την έξοδο του λιμανιού. Καθώς το φλεγόμενο πυρπολικό περιπλανιόταν ακυβέρνητο μέσα στο λιμάνι σκορπώντας τον πανικό, το γαλλικό μπρίκι άρχισε να κανονιοβολεί τη σκαμπαβία. Το ίδιο έκαναν και τα πυροβόλα από το φρούριο Ρας ελ Τιν (φρούριο των Σύκων) ενώ ένα αιγυπτιακό μπρίκι και 7 οπλισμένες λέμβοι την καταδίωκαν. Το φλεγόμενο πυρπολικό οδηγήθηκε τελικά από τους Αιγυπτίους με αρπάγες προς την ακτή όπου εξόκειλε και κάηκε. Όλη η επιχείρηση κράτησε περίπου 45 λεπτά. Το πλήρωμα του Κανάρη περισυνελλέγη από το πυρπολικό του Βώκου. Τα δυο ελληνικά πλοία που περίμεναν στο στόμιο του λιμανιού, όπως είχε συμφωνηθεί, υψώνοντας ελληνική σημαία, ρυμούλκησαν τα εναπομείναντα δύο πυρπολικά, που τελικά δεν μπήκαν στο λιμάνι, και απομακρύνθηκαν προς βορράν καταδιωκόμενα από το αιγυπτιακό μπρίκι μέχρι το επόμενο πρωινό όταν και εγκατέλειψε την προσπάθεια.

 Ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877) σε λιθογραφία του Καρλ φον Κρατσάιζεν (Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη). Μακράν ο πιο επιτυχημένος πυρπολητής, από τις πλέον εμβληματικές μορφές του ναυτικού Αγώνα που πήρε μέρος και στις δύο επιδρομές στην Αλεξάνδρεια.
 

Έξαλλος ο Μεχμέτ Αλή από την προκλητική απόπειρα πυρπόλησης του στόλου του, αφού επιβιβάστηκε το πρωί της 30ης Ιουλίου σε μια φρεγάτα και ακολουθούμενος από άλλα επτά πολεμικά, ξεκίνησε μια 7μερη προσπάθεια εντοπισμού των ελληνικών πλοίων ερευνώντας ανεπιτυχώς όλο τον θαλάσσιο χώρο νοτίως Κρήτης – Καρπάθου - Ρόδου έως την περιοχή βορείως της Κύπρου και των απέναντι μικρασιατικών ακτών. 

 Ο αντιβασιλιάς της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλής (1769-1849) (έργο του Γάλλου ζωγράφου Αυγούστου Κουντέ το 1841, Μουσείο Βερσαλλιών, Παρίσι). Ο αλβανικής καταγωγής ηγεμόνας, κυβερνώντας την Αίγυπτο από το 1805, την κατέστησε μεγάλη δύναμη. Η επέμβασή του στην Ελλάδα την άνοιξη του 1824, ως συμμάχου του σουλτάνου, ανέτρεψε δραματικά τις μέχρι τότε ισορροπίες.
 

Τον κυβερνήτη Άργκους του μπρικίου «LAbeille» επέπληξε για τη στάση του ο διοικητής της γαλλικής «μοίρας της ανατολής» (Station du Levant) ναύαρχος Δεριγνύ, θαυμαστής του Κανάρη, ενώ υπερασπίστηκε ο πρόξενος της Γαλλίας στην Αλεξάνδρεια χαρακτηρίζοντας τον Έλληνα πυρπολητή ως «πειρατή», με το σκεπτικό ότι η επιτυχία της επιχείρησης θα επέφερε ανυπολόγιστη καταστροφή στο ευρωπαϊκό εμπόριο που απέτρεψε ο Γάλλος κυβερνήτης με τη στάση του. Ο Άργκους μάλιστα στην απολογία του επεσήμανε ότι χάρη σ’ αυτόν απετράπη η ολοσχερής καταστροφή του αιγυπτιακού στόλου με την είσοδο και των άλλων δύο πυρπολικών και η πλήρης νίκης των Ελλήνων.

Στις 30 Ιουλίου το μεσημέρι τα δύο υδραίικα μπρίκια συνάντησαν βόρεια των ακτών της Αιγύπτου μια τουρκική μοίρα προερχόμενη από την Αττάλεια αποτελούμενη από 3 μπρίκια, 2 γολέτες και 15 μεταγωγικά με ξυλεία με κατεύθυνση την Αλεξάνδρεια. Στη δίωρη σύγκρουση που ακολούθησε, ένα τουρκικό μπρίκι των 16 πυροβόλων με 72 (ή 81) άτομα πλήρωμα ανατινάχθηκε. Περίπου 57 Τούρκοι, που διασώθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν, ενώ τα υπόλοιπα πλοία διέφυγαν στην Αλεξάνδρεια, όπου την άλλη μέρα έφτασε και ο υποχωρών από το Μεσολόγγι στόλος του Χοσρέφ. Το πρωί της 3ης Αυγούστου τα δύο ελληνικά πλοία πλησίασαν τις ακτές έξω από την Αττάλεια όπου μετά από δίωρη σύγκρουση αιχμαλώτισαν μια τουρκική σακολέβα με ξυλεία. Από τα 120 (ή 95) άτομα πλήρωμα περίπου 30 σκοτώθηκαν και 91 αιχμαλωτίστηκαν (μεταξύ αυτών και 9 Έλληνες ναύτες) ενώ οι Υδραίοι είχαν 4 νεκρούς. Την επόμενη νύχτα προσέγγισαν το Καστελόριζο όπου άφησαν τους συνολικά 140 Τούρκους αιχμαλώτους και ύστερα από ταξίδι οχτώ ημερών έφτασαν στην Ύδρα το απόγευμα στις 13 Αυγούστου ολοκληρώνοντας την αποστολή τους μετά από συνεχή πλού 21 ημερών.

Η επιχείρηση πυρπόλησης του αιγυπτιακού στόλου στην Αλεξάνδρεια, το ημερολόγιο της οποίας συνεγράφη από τον τότε 22χρονο εκ Σμύρνης συμμετάσχοντα Γεώργιο Σκούφο (μετέπειτα δήμαρχο Αθηναίων) και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Ύδρας «Ο φίλος του Νόμου» στις 17 Αυγούστου 1825, αν και αποτυχημένη ήταν εξαιρετικά τολμηρή σε σύλληψη και εκτέλεση. Σίγουρα ο μικρός αριθμός των πυρπολικών που διατέθηκαν, ο κακός συντονισμός τους κατά την είσοδο στο λιμάνι, αφού μόνον ο Κανάρης εισήλθε, η ελλιπής πληροφόρηση για την ακριβή διάταξη των εχθρικών πλοίων και η ατυχία όσον αφορά τους ανέμους έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Αποδείχθηκε όμως για άλλη μια φορά η ποιοτική υπεροχή των ελληνικών πληρωμάτων και ο βαθμός ναυτοσύνης που τα χαρακτήριζε.

 

ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1825-1827

 

Μετά τη φυγή του τουρκικού στόλου στα τέλη Ιουλίου 1825 ο ανεφοδιασμός από τη θάλασσα των πολιορκημένων Μεσολογγιτών συνεχίστηκε για λίγο απρόσκοπτα. Οι εξελίξεις όμως στην ισορροπία δυνάμεων, ιδίως των ναυτικών, έμελλε να ανατραπούν ριζικά από τις αρχές του Οκτωβρίου. Ένας τεράστιος τουρκο-αιγυπτιακός στόλος αποτελούμενος από 79 πολεμικά πλοία, 10 πυρπολικά και 66 μεταγωγικά υπό τους Χοσρέφ και Μουχαρέμ μπέη, απέπλευσε από την Αλεξάνδρεια με στόχο τον θαλάσσιο αποκλεισμό της ηρωικής πόλης. Αφού αποβίβασε στις 24 Οκτωβρίου επιπλέον 10.000 Αιγυπτίους στρατιώτες στο Ναβαρίνο, η εχθρική αρμάδα έφτασε έξω από το Μεσολόγγι στις 6 Νοεμβρίου. Μετά την ανάληψη της ηγεσίας των σουλτανικών δυνάμεων που πολιορκούσαν την πόλη, ο Ιμπραήμ στις 12 Δεκεμβρίου αποβιβάστηκε στο Κρυονέρι, νοτιοανατολικά της πόλης, επικεφαλής 15.250 Αιγυπτίων αντικαθιστώντας τον υπερβολικά εξασθενημένο Κιουταχή.

Η πολιορκία του Μεσολογγίου (Πίνακας των Π. Ζωγράφου - Ιω. Μακρυγιάννη)

   Ο Ιμπραήμ κατανόησε ότι μόνον ο πλήρης έλεγχος της λιμνοθάλασσας με την κατάληψη όλων των νησίδων της θα εξανάγκαζε τη φρουρά της πόλης να παραδοθεί λόγω της έλλειψης των αναγκαίων τροφίμων και εφοδίων. Στις 25 Φεβρουαρίου κατέλαβε το Βασιλάδι ενώ την 1η Μαρτίου το Αιτωλικό παραδόθηκε. Η συντριπτική ελληνική νίκη στην Κλείσοβα στις 25 Μαρτίου δεν ήταν αρκετή για να σώσει το Μεσολόγγι από την πείνα που θέριζε τους εναπομείναντες 3.500 άνδρες της φρουράς του και τους 7.000 περίπου αμάχους. Ήταν φανερό πλέον ότι ο ναυτικός κλοιός στη λιμνοθάλασσα δεν μπορούσε να διαρραγεί και ο ελληνικός στόλος ήταν αδύνατον να εισέλθει σ’ αυτή. Ήδη οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» έχοντας απορρίψει τις νέες προτάσεις παράδοσης και έχοντας φτάσει στα όρια της ανθρώπινης αντοχής, αποφάσισαν την ηρωική Έξοδο τη νύχτα του Σαββάτου 10 Απριλίου ξημερώνοντας Κυριακή των Βαΐων. Το Μεσολόγγι, σωρός ερειπίων πλέον, κατελήφθη μέχρι τις 12 του μήνα.

 Η πτώση του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1826 αν και αποτέλεσε τεράστιο πλήγμα για την Επανάσταση, καλλιέργησε ένα νέο μεγάλο κύμα φιλελληνισμού και ενεργοποίησε την ευρωπαϊκή διπλωματία υπέρ του ελληνικού ζητήματος (Η Έξοδος του Μεσολογγίου, πίνακας του Θεοδώρου Βρυζάκη, Εθνική Πινακοθήκη).

Την ώρα που το Μεσολόγγι ψυχορραγούσε, στο διπλωματικό πεδίο εκδηλώθηκε μεγάλη κινητικότητα με την υπογραφή στις 23 Μαρτίου / 4 Απριλίου 1826 του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης που προέβλεπε την από κοινού αγγλορωσσική παρέμβαση στο ελληνικό ζήτημα. Την ίδια περίοδο ο Κιουταχής αφού υπέταξε και την ανατολική Ρούμελη, ξεκίνησε στις 3 Αυγούστου την πολιορκία της Ακρόπολης, του τελευταίου μεγάλου κάστρου στα χέρια των Ελλήνων σε όλη τη Στερεά. Η ανάληψη όμως της ηγεσίας από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και η εξαιρετική σε σύλληψη και εκτέλεση εκστρατεία του στην ανατολική Ρούμελη τον Οκτώβριο, οδήγησε στις εντυπωσιακές νίκες στην Αράχωβα (17-24 Νοεμβρίου 1826) και στο Δίστομο (17 Ιανουαρίου – 6 Φεβρουαρίου 1827) και στον έλεγχο όλης της Στερεάς (εκτός των κάστρων του Μεσολογγίου, της Ναυπάκτου, της Λαμίας και της Ευβοίας). Ο Κιουταχής έτσι τον Μάρτιο του 1827 μετεβλήθη ουσιαστικά από πολιορκητής της Ακρόπολης σε ασφυκτικά πολιορκούμενο και απειλούνταν πλέον, χωρίς ανοιχτές τις οδούς ανεφοδιασμού του, με συντριπτική ήττα στην Αττική από τις 11.000 άνδρες του Καραϊσκάκη. 

 Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827) το διάστημα Οκτωβρίου 1826 - Απριλίου 1827 με συνεχείς νίκες στη Ρούμελη απέκλεισε τον Κιουταχή στην Αττική. Ο θάνατός του στις 23 Απριλίου 1827 στο Φάληρο, ανέκοψε την προσπάθεια και οδήγησε στη συντριπτική ήττα στον Ανάλατο και την παράδοση της Ακρόπολης (λιθογραφία του Καρλ φον Κρατσάιζεν).


    Παράλληλα στην Πελοπόννησο και ο Ιμπραήμ, παρά την απίστευτη καταστροφή που προκαλούσε και την απειλή του «προσκυνήματος», αδυνατούσε να επικρατήσει αντιμετωπίζοντας τον ανηλεή ανταρτοπόλεμο του Κολοκοτρώνη. Επιπλέον όλες οι προσπάθειές του να καταλάβει τη Μάνη τον Ιούνιο και τον Αύγουστο του 1826 απέτυχαν παταγωδώς με συντριπτικές απώλειες. Την Άνοιξη του 1827 οι Αιγυπτιακές δυνάμεις υφιστάμενες τεράστια φθορά είχαν περιοριστεί σε λιγότερες από 10.000 άνδρες σε σχέση με τις συνολικά 32.000 που αποβιβάστηκαν σε διάφορες φάσεις στον Μοριά από την αρχή της εκστρατείας. 

 Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843) σε λιθογραφία του Καρλ φον Κρατσάιζεν (Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη). Ο θρυλικός «Γέρος του Μοριά». Φυλακισμένος στην Ύδρα, όταν εισέβαλε ο Ιμπραήμ, δεν μπόρεσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Στη συνέχεια εξαπέλυσε ανηλεή κλεφτοπόλεμο φθείροντας ανυπολόγιστα τον αιγυπτιακό στρατό εισβολής.
 

Στη θάλασσα ο ελληνικός στόλος όχι μόνον έσωσε τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1826 για άλλη μια φορά τη Σάμο επικρατώντας του οθωμανικού στο ανατολικό Αιγαίο, αλλά και ενισχύθηκε σημαντικά μέσα στο 1826 με την άφιξη της ατμοκίνητης κορβέτας «Καρτερία» (3 Σεπτεμβρίου) και της δίκροτης φρεγάτας «Ελλάς» (24 Νοεμβρίου) κυριαρχώντας πλήρως στον Αργοσαρωνικό κόλπο την Άνοιξη του 1827.

 

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΧΡΑΝ

 

Ο λόρδος Τόμας Κόχραν (1775-1860) επεβλήθη ουσιαστικά από τον αγγλικό παράγοντα ως αρχηγός του ελληνικού στόλου το 1827. Ηγήθηκε της επίθεσης στην Αλεξάνδρεια και θεωρείται ο κύριος υπαίτιος της καταστροφής στον Ανάλατο (πίνακας του Τζέιμς Ράμσεϋ).
 

Η αύξηση της βρετανικής επιρροής στην ελληνική κυβέρνηση οδήγησε μέσα στον Μάρτιο του 1827 στην ανάληψη της ηγεσίας του στρατού και του στόλου από τους Βρετανούς Ρίτσαρντ Τσωρτς και Τόμας Κόχραν αντίστοιχα. Ο Τσωρτς είχε φτάσει από τις 25 Φεβρουαρίου στην Ελλάδα ενώ ο λόρδος Κόχραν στις 5 Μαρτίου. Ο 52χρονος βρετανός ναυτικός είχε προταθεί στο Εκτελεστικό ήδη από τον Μάιο του 1825 από το φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου. Έχοντας στο ενεργητικό του μια 17χρονη λαμπρή καριέρα στο βασιλικό ναυτικό (1793-1810), που έληξε άδοξα, και μια τυχοδιωκτική αλλά επιτυχημένη δράση ως αρχηγός του επαναστατικού στόλου της Χιλής το 1818-1822 εναντίον των Ισπανών και του βραζιλιάνικου ναυτικού εναντίον των Πορτογάλων το 1823-1825, καλλιεργούσε ως προσωπικότητα τεράστιες προσδοκίες για ναυτικούς άθλους στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ενεπλάκη στο ελληνικό ναυτικό εξοπλιστικό πρόγραμμα από το 1825 προκαλώντας αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και αξίωσε μια τεράστια αμοιβή ύψους 57.000 λιρών για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε. Επρόκειτο για έναν ασφαλώς ικανότατο, γενναίο και τολμηρό θαλασσινό που όμως διακατείχετο από απίστευτη αλαζονεία, έπαρση, αυταρχισμό και απροκάλυπτη απαξίωση του ελληνικού τρόπου μάχεσθαι σε ξηρά και θάλασσα. Στις 16 του μήνα ορίστηκε από την κυβέρνηση «πρώτος Στόλαρχος πασών των Ελληνικών ναυτικών δυνάμεων» με πλήρη εξουσία επί του στόλου, δικαίωμα μη γνωστοποίησης των επιχειρήσεων και λογοδοσίας, και στις 29 Μαρτίου ορκίστηκε στην Τροιζήνα ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης. Στις 3 Απριλίου ακολούθησε ο διορισμός και η ορκωμοσία και του Τσώρτς ως αρχιστρατήγου την ίδια μέρα που ο Ιωάννης Καποδίστριας εκλεγόταν κυβερνήτης της Ελλάδος για 7 έτη. Στις 12 Απριλίου ο Κόχραν με υπέρμετρη αυτοπεποίθηση εξέδωσε προκήρυξη, με την οποία καλούσε τους Έλληνες «να αποκλείσωσι τον Ελλήσποντον και ούτω να κατορθώσωσι να απολεσθή ο Σουλτάνος υπ’ αυτών των Τούρκων, να καταστραφή αφ’ εαυτής η Οθωμανική δύναμις και τότε θα κυματίζει πάλιν επάνω εις τον Ναόν της Αγιασοφιάς η ιερά σημαία του Σταυρού».

Η εμπλοκή των δύο Βρετανών στα πολεμικά ζητήματα, σε μια περίοδο που ο Καραϊσκάκης βρισκόταν μπροστά στην πιθανότητα μιας συντριπτικής νίκης επί του Κιουταχή στην Αττική και σωτηρίας της Ακροπόλεως και ο Κολοκοτρώνης είχε οδηγήσει τον αιγυπτιακό στρατό στον Μοριά σε πλήρες αδιέξοδο, ήταν καταστροφική. Η επιμονή των Τσωρτς και Κόχραν για άμεση μετωπική επίθεση εναντίον του Κιουταχή στην Αθήνα οδήγησε σε συνδυασμό με τον θάνατο του Καραϊσκάκη την προηγουμένη μέρα, στην απόλυτη καταστροφή στη μάχη του Αναλάτου την 24η Απριλίου 1827 και στην παράδοση της Ακρόπολης έναν ακριβώς μήνα μετά (24 Μαΐου).

  Η παράδοση της Ακρόπολης στις 24 Μαΐου 1827 αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για την Επανάσταση αφού το σύνολο της Στερεάς περιήλθε υπό οθωμανικό έλεγχο (Η πολιορκία των Αθηνών, πίνακας των Μακρυγιάννη – Ζωγράφου, Αθήνα, Γεννάδειος βιβλιοθήκη).
 

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΚΟΧΡΑΝ ΓΙΑ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

 Στα τέλη Απριλίου 1827 η ελληνική κυβέρνηση ενημερώθηκε από πλοίο της Ιουνίου Πολιτείας ότι στην Αλεξάνδρεια γινόταν πυρετώδεις προετοιμασίες για αποστολή μεγάλου στρατού και στόλου στην Πελοπόννησο με στόχο αυτή τη φορά την Ύδρα. Ήδη από τις 8/20 Μαρτίου ο Μεχμέτ Αλής ανέλαβε επίσημα με σουλτανικό φιρμάνι την ανώτατη ηγεσία του οθωμανικού στρατού και στόλου στην Ελλάδα. Υπήρχε η εκτίμηση ότι στον αιγυπτιακό ναύσταθμο βρισκόταν 5 δίκροτα, 20 φρεγάτες, 20 κορβέττες και 25 μπρίκια και γολέτες. Επιπλέον πληροφορίες είχε στη διάθεσή του και ο Μαυροκορδάτος από το εκεί αυστριακό προξενείο και γι΄ αυτό ενημέρωσε σχετικά τον Κόχραν στις αρχές Μαΐου. Γύρω στις 25 Απριλίου μια ισχυρή οθωμανική μοίρα υπό τον πατρονάμπεη Ταχήρ (22 ή 32 πολεμικά) απέπλευσε από τα Στενά και κατευθυνόταν προς το Ναβαρίνο, όπου βρισκόταν επιπλέον άλλα 17-19 αιγυπτιακά πολεμικά. Η μοίρα του Ταχήρ έφτασε στο Ναβαρίνο βάσει διαφόρων πηγών στα μέσα Μαΐου (ή σύμφωνα με τον Κρις Γουντχάουζ στα τέλη Ιουλίου, δηλαδή μετά την επιχείρηση του Κόχραν στην Αλεξάνδρεια). Ο φόβος συνένωσης των εκεί ναυτικών δυνάμεων, με τον τουρκο-αιγυπτιακό στόλο που ετοιμαζόταν στην Αλεξάνδρεια για να εκστρατεύσει μέσα στο καλοκαίρι, επιτάχυνε τις διαδικασίες κατάστρωσης ενός σχεδίου για την αποτροπή αυτού του εφιαλτικού σεναρίου.

 Ο Κόχραν επισκέφτηκε αρχές Μαΐου την Ύδρα και τις Σπέτσες για συνομιλίες με τους προκρίτους των δύο ναυτικών νησιών. Στη συνέχεια με τη φρεγάτα «Ελλάς» και το ατμοκίνητο «Καρτερία» κινήθηκε προς τη δυτική Πελοπόννησο το δεύτερο 10μερο του Μαΐου σε μια ανούσια περιπολία. Ο υδραιοσπετσιώτικος στόλος (19 μπρίκια και 8 πυρπολικά) υπό τον Γεώργιο Σαχτούρη και τον Γεώργιο Ανδρούτσο, άρχισε να συγκεντρώνεται στο Πόρτο Χέλι από τις 20 του μηνός για να είναι έτοιμος για απόπλου όταν ο Βρετανός ναύαρχος θα έδινε τις αντίστοιχες διαταγές. Ως τόπος συγκέντρωσης του συνόλου των ναυτικών δυνάμεων είχαν οριστεί τα Κύθηρα όπου στις 24 συναντήθηκε ο Σαχτούρης με τον Κόχραν.

Η μυστικοπάθεια και η αλαζονεία του Κόχραν ήταν υπεύθυνη για τις απίστευτες παλινωδίες και άσκοπες μετακινήσεις ελληνικών πλοίων σε αμφιβόλου αξίας αποστολές όλο το διάστημα μέχρι τα τέλη Μαΐου που απομείωναν την ισχύ του στόλου, που θα μπορούσε να συγκεντρωθεί, και καθυστερούσαν τον απόπλου (το διήμερο 24-26 Μαΐου για παράδειγμα η υδραίικη μοίρα υπό τον Σαχτούρη πήγε στη Γραμβούσα και το «Ελλάς» με τον Κόχραν στη Σούδα για περιπολία). Στις 26 του μηνός αν και όλα τα πλοία τελικά ενώθηκαν έξω από τη Μονεμβασιά, ο Σαχτούρης απεστάλη στις 27 στην Ύδρα για ενημέρωση των προκρίτων. Όταν επέστρεψε στο ακρωτήριο του Μαλέα στις 31 το πρωί, πληροφορήθηκε ότι ο στόλος με τον Κόχραν είχε ήδη αποπλεύσει για την Αλεξάνδρεια ενώ του δόθηκε διαταγή να συγκεντρώσει όσα πλοία θα έβρισκε και να κατευθυνθεί στο νέο σημείο συνάντησης, 40 μίλια ανατολικά της Γαύδου!

 

Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

 


Ο Κόχραν με τη φρεγάτα «Ελλάς» και τον υπόλοιπο στόλο (άλλα 15 μπρίκια και 7 πυρπολικά) αφού έφτασε το πρωί της 2ας Ιουνίου 70-80 μίλια βόρεια της Αλεξάνδρειας, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, όπου αποκάλυψε στους κυβερνήτες τον πραγματικό αντικειμενικό στόχο, και καταρτίστηκε το σχέδιο επίθεσης. Την ίδια ώρα ο Σαχτούρης, που είχε φτάσει στη Γαύδο την προηγούμενη μέρα όπως είχε οριστεί και φυσικά δεν εντόπισε τον Κόχραν, έλαβε νέα διαταγή για τόπο συνάντησης με τον στόλο που προπορευόταν, μια περιοχή 60 μίλια βόρεια της Αλεξάνδρειας. Ηγούμενος μιας δύναμης 6 πλοίων (εκ των οποίων και η «Καρτερία») και 2 πυρπολικών που κατάφερε να συγκεντρώσει, απέπλευσε στις 3 Ιουνίου προς την Αλεξάνδρεια.

Ο υπόλοιπος στόλος υπό τον Κόχραν και τη φρεγάτα «Ελλάς», που ύψωσε για παραπλάνηση σημαία της Αυστρίας (ή του βασιλείου της Σαρδηνίας), έφτασε έξω από τον αιγυπτιακό ναύσταθμο το απόγευμα της 4ης Ιουνίου. Μέσα στο λιμάνι υπήρχαν 80 τουρκοαιγυπτιακά πολεμικά σκάφη, 3 γαλλικά, 2 βρετανικά και 200 περίπου εμπορικά πλοία. Αν και το στοιχείο του αιφνιδιασμού ήταν υπέρ των Ελλήνων ναυτικών και τα εχθρικά πλοία βρίσκονταν ατελώς επανδρωμένα και ανέτοιμα για μάχη, ο Βρετανός ναύαρχος φοβήθηκε να εκβιάσει δυναμικό είσπλου, ριψοκινδυνεύοντας το σύνολο του στόλου σε ένα τόσο στενό και επικίνδυνο περιβάλλον, και προτίμησε να παραμείνει στην είσοδο του λιμανιού. Καθώς τα πυρπολικά είχαν παραταχθεί έτοιμα για να αναλάβουν δράση, το αιγυπτιακό μπρίκι «Tigrane» κινήθηκε προς την είσοδο για αναγνώριση. Τότε τα υδραίικα πυρπολικά του Εμμανουήλ Μπούτη και του Αναστασίου Σπαχή του επετέθηκαν μέσα στο σκοτάδι. Το εχθρικό σκάφος πυρπολήθηκε (σύμφωνα με τον Ντουράντ-Βιέλ εξώκειλε και αυτοπυρπολήθηκε) και φυσικά το στοιχείο του αιφνιδιασμού χάθηκε καθώς οι φλόγες των 3 καιόμενων πλοίων κινητοποίησαν το σύνολο των εχθρικών δυνάμεων. Την ίδια ώρα η άπνοια εμπόδιζε τα ελληνικά πλοία να κινηθούν και έτσι αγκυροβόλησαν έξω από το λιμάνι σαφώς εκτεθειμένα σε μαζική αιγυπτιακή επίθεση που όμως δεν εκδηλώθηκε λόγω του χάους που επικρατούσε στην αντίπαλη πλευρά.

Το επόμενο πρωί και ενώ ο ελληνικός στόλος ετοιμαζόταν για απόπλου προς βορράν, μεγάλος αριθμός αιγυπτιακών ακάτων επετέθη στο στόμιο του λιμανιού στο σπετσιώτικο πυρπολικό του Δημητρίου Ποριώτη που σώθηκε με δυσκολία χάρη στην άμεση παρέμβαση του μπρικιού «Τιμολέων» και του πυρπολικού του Κανάρη που το ρυμούλκησαν στην έξοδο. Ταυτόχρονα 13 εχθρικά πλοία υπό τον ίδιο τον Μεχμέτ Αλή άρχισαν να καταδιώκουν τον ελληνικό στόλο αλλά μέχρι το βράδυ εγκατέλειψαν την προσπάθεια. Το πρωινό όμως της 6ης Ιουνίου, μια νέα δύναμη 6 φρεγατών, 8 κορβετών και 10 μπρικίων ανοίχτηκε στο πέλαγος υπό τον ναύαρχο Μουχαρέμ μπέη αρχίζοντας μια 8μερη ανεπιτυχή καταδίωξη μέχρι τη Ρόδο.

Το μεσημέρι της ίδια μέρας ο Σαχτούρης βρισκόταν 200 μίλια βόρεια των ακτών της Αιγύπτου, αναζητώντας μάταια τον στόλο του Κόχραν, μη γνωρίζοντας φυσικά την αποτυχία του εγχειρήματος. Το ξημέρωμα της 8ης του μηνός έφτασε 4 μίλια δυτικά της Αλεξάνδρειας και λόγω λειψυδρίας αναζήτησε πηγές ύδρευσης στην ξηρά. Το μεσημέρι εντοπίστηκε εχθρική δύναμη 27 πλοίων να πλέει προς το μέρος του και για λόγους ασφαλείας απέπλευσε εσπευσμένα προς βορράν. Ύστερα από 5 μέρες εντοπίστηκε ο υπόλοιπος ελληνικός στόλος νότια της Ρόδου και στις 14 Ιουνίου το πρωί ο Σαχτούρης συναντήθηκε με τον Κόχραν και ενημερώθηκε σχετικά.

Τα συνολικά πλέον 22 σκάφη και τα 7 πυρπολικά αφού κινήθηκαν το διάστημα 14-18 Ιουνίου μεταξύ Κώ – Ρόδου λεηλατώντας τα απέναντι μικρασιατικά παράλια, αιχμαλωτίζοντας 3 εχθρικά μεταγωγικά πλοία και αρπάζοντας ζώα και τρόφιμα, επέστρεψαν στις βάσεις τους στον Αργοσαρωνικό κόλπο, τμηματικά μεταξύ 20-22 Ιουνίου, ολοκληρώνοντας μετά από έναν σχεδόν μήνα, αν και ανεπιτυχώς, μια εξαιρετικά τολμηρή ναυτική εκστρατεία.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΙΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Το εγχείρημα πυρπόλησης του τουρκοαιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας ήταν ορθό στη σύλληψη, που αν επετύγχανε, θα επέφερε σοβαρό πλήγμα στη ναυτική ισχύ του αντιπάλου. Οι δυνάμεις που διετέθησαν σε αρχικό επίπεδο ήταν αυτή τη φορά, σε σύγκριση με την αντίστοιχη επιχείρηση το 1825, επαρκείς σε αριθμούς, τόσο σε πολεμικά σκάφη όσο και σε πυρπολικά. Η υλοποίηση όμως του σχεδίου ήταν επιπόλαιη και απρόσεκτη, χαρακτηρίστηκε από ερασιτεχνισμό και έλλειψη συντονισμού. Ο στόλος υπακούοντας στις αλλοπρόσαλλες διαταγές και πρωτοβουλίες του Κόχραν κατακερματίστηκε και δεν είχε την απαιτούμενη συνοχή και συγκεντρωμένη ισχύ όταν έφτασε έξω από τον ναύσταθμο το απόγευμα της 4ης Ιουνίου. Η ισχυρή μοίρα του Σαχτούρη δεν έλαβε μέρος στην επιχείρηση αφού λόγω των διαταγών του Βρετανού ναυάρχου, που άλλαζαν διαρκώς, έμεινε πίσω και δεν μπόρεσε να ενωθεί με τον κύριο στόλο. Έτσι η ελληνική ναυτική δύναμη στερήθηκε, πέραν από τις αδιαμφισβήτητες ηγετικές ικανότητες και την εμπειρία του Υδραίου ναυάρχου, και την ισχύ πυρός της «Καρτερίας» που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο, αθροιζόμενη μάλιστα μ’ αυτή της φρεγάτας «Ελλάς» στο στόμιο του λιμανιού. Τα δύο πλοία αξιοποιώντας τα εξαιρετικά τους πυροβόλα θα μπορούσαν να επιφέρουν ανεπανόρθωτα πλήγματα στα δεκάδες συνωστισμένα εχθρικά πλοία μέσα στο στενό χώρο του ναυστάθμου σε συνδυασμό με τα 7 πυρπολικά. Είναι σίγουρο ότι αν αυτά επετίθεντο συντονισμένα θα προκαλούσαν ένα μαζικό πλήγμα και ο εχθρικός στόλος θα γινόταν παρανάλωμα του πυρός. Δυστυχώς ο Κόχραν δεν έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες στα πυρπολικά και φυσικά στερήθηκε την κρίσιμη ισχύ της «Καρτερίας» με αποκλειστικά προσωπική του ευθύνη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ανδρέας Μιαούλης, έξαλλος μαζί του μετά την επιστροφή του στόλου, απέφευγε επιδεικτικά να τον συναντήσει για μια εβδομάδα!


   Και ενώ στο Λονδίνο υπογραφόταν η Ιουλιανή Συνθήκη (24 Ιουνίου / 6 Ιουλίου 1827) που προέβλεπε τη δυναμική παρέμβαση Αγγλίας – Γαλλίας – Ρωσσίας στο ελληνικό ζήτημα για την επιβολή της ανακωχής, ο τεράστιος στόλος απέπλευσε τελικά από την Αλεξάνδρεια για το Ναβαρίνο μεταξύ 20-24 Ιουλίου 1827 για να ενωθεί με τα υπόλοιπα περίπου 40 πλοία που τον περίμεναν εκεί. Αποτελούνταν από 51 πολεμικά και 41 μεταγωγικά πλοία που μετέφεραν 3.700 άνδρες του 10ου συντάγματος πεζικού, 500 ιππείς και 600 Αλβανούς ατάκτους. Ηγούνταν ο Αιγύπτιος ναύαρχος Μουχαρέμ μπέης, ο Γάλλος ναύαρχος Ζαν-Μαρί Λετελλιέ, ο Οθωμανός καπετάν μπέης Χουσεΐν, ο πατρονάμπεης Μουσταφά και ο ριαλάμπεης Χαλήλ. Στις 26-28 Αυγούστου 1827 η εχθρική αρμάδα έφτασε στο Ναβαρίνο και ενώθηκε με τα υπόλοιπα τουρκοαιγυπτιακά πλοία. Η καταστροφή της δύναμης αυτής των 90 πολεμικών σκαφών από τη συντονισμένη δράση των 3 συμμαχικών στόλων μέσα στο λιμάνι του Ναβαρίνου στις 8/20 Οκτωβρίου, έδωσε νέα πνοή στον Αγώνα της Παλιγγενεσίας που θα συνεχιζόταν ιδιαίτερα σκληρός για δύο ακόμη χρόνια.

 

Η ναυμαχία του Ναβαρίνου

* όλες οι ημερομηνίες που αναφέρονται αφορούν το παλαιό ιουλιανό ημερολόγιο

 

 

ΕΝΘΕΤΟ 1

ΤΑ ΠΥΡΠΟΛΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ: ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥΣ

 

Το πυρπολικό αποτέλεσε το απόλυτο όπλο των Ελλήνων σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης. Μ΄ αυτό επιτεύχθηκαν μεγάλες νίκες και γράφτηκαν οι πιο λαμπρές σελίδες της ναυτικής μας ιστορίας (Τομή πυρπολικού, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Το ελληνικό ναυτικό επέφερε επαναστατικές αλλαγές στην κατασκευή και τακτική χρήση των πυρπολικών στα χρόνια του Αγώνα συστηματοποιώντας τη θεαματικά σε σχέση με τους παλαιότερους χρήστες από την αρχαιότητα έως τον 18ο αιώνα (Συρακούσιους, Πέρσες, Ρωμαίους, Κινέζους, Άγγλους, Ολλανδούς, Ρώσσους). Τα πυρπολικά μέχρι τότε κατευθύνονταν από τον άνεμο ή τα θαλάσσια ρεύματα, μεμονωμένα, χωρίς πλήρωμα, φέροντας εύφλεκτες ή εκρηκτικές ύλες αποκλειστικά εναντίον αγκυροβολημένου στόχου. Οι Έλληνες πυρπολητές, αντίθετα, ακολουθούσαν τον στόλο στη ναυμαχία, επιβαίνοντας οι ίδιοι ως πλήρωμα στο εύφλεκτο πυρπολικό. Κατευθύνονταν με συνοδεία πλοίων, εναντίον αγκυροβολημένου αλλά και πλέοντος στόχου έχοντας και σκάφος διαφυγής (σκαμπαβία), θέτοντας πυρ στον κατάλληλο χρόνο μετά τη συγκόλληση με το εχθρικό πλοίο. Για καλύτερη αγκίστρωση, επεδίωκαν τη διείσδυση του πρωραίου καταρτιού (πρόβολος) μέσα στην εχθρική κανονιοθυρίδα ενώ επιχειρούσαν συχνά ως ζεύγη ταυτόχρονα μάλιστα από δύο μεριές !!

Τα πυρπολικά του Αγώνα ήταν σκάφη μικρού και μεσαίου μεγέθους. Το 45% όσων χρησιμοποιήθηκαν ήταν εκτοπίσματος άνω των 180 τόνων και το 55% κυμαινόταν από 60-100 τόνους. Αποτελούσαν αγορασμένα ή μετασκευασμένα μπρίκια που μετατρέπονταν σε πυρπολικά ανάλογα με τις ανάγκες των κατά καιρούς ναυτικών εκστρατειών με κόστη αγοράς και μετατροπής που κυμαίνονταν από 20-40.000 γρόσια. 


   Η προετοιμασία και η μετασκευή ενός πλοίου σε πυρπολικό ήταν μια επίπονη εργασία που απαιτούσε ειδικές γνώσεις και δεξιοτεχνία. Κατά την μετατροπή άνοιγαν κατά μήκος του καταστρώματος, σε κάθε πλευρά, κυκλικά ή τετράγωνα ανοίγματα (ρούμποι) μέσω των οποίων θα διοχετεύονταν το πυρ στο εχθρικό πλοίο. Κάτω από αυτά, με στόχο την ταχεία παραγωγή και μετάδοση μεγάλου όγκου φλογών, έβαζαν ειδικά βαρέλια (μίνες φωτιάς) που στο κάτω μέρος είχαν εύφλεκτες σφαιρικές μάζες γεμάτες εκρηκτικά μείγματα θείου, νίτρου και πυρίτιδας και στο πάνω φρύγανα, δαδί, πίσσα, νέφτι, λίπος και ρητίνη. Στο υπόστρωμα, κάτω από τα ανοίγματα, τοποθετούνταν επιπλέον βαρέλια με μπαρούτι (μίνες μπαρουτιού) και στο χώρο άλλα εύφλεκτα υλικά διάσπαρτα. Μέσω ενός συστήματος αύλακα, περιμετρικά του καταστρώματος, γεμισμένου με μπαρούτι για την πυροδότηση, επικοινωνούσαν με κάθετες συνδέσεις όλα τα εύφλεκτα υλικά και οι μίνες, ενώ ειδικοί πυρο-εκσφενδονιστικοί ξύλινοι σωλήνες (τρούμπες) στην πλώρη διοχέτευαν φλόγες στο πλοίο-στόχο. Για την αύξηση της εμπρηστικότητας όλο το σκάφος (κύτος, ξάρτια, ιστία) ήταν αλειμμένο με μείγμα πίσσας, οινοπνεύματος και θείου με μικρά ανοίγματα στα πλευρά για την  κυκλοφορία του αέρα και την καλύτερη καύση των εμπρηστικών υλών.

Αφού το σκάφος πλησίαζε, δεχόμενο σφοδρά πυρά από τα εχθρικά πυροβόλα, και με επιδέξιες κινήσεις του πηδαλιούχου αγκιστρωνόταν με γάντζους σταθερά στον στόχο, ο καπετάνιος-πυρπολητής, από την πρύμνη, έβαζε με πυρσό φωτιά στον αύλακα με την πυρίτιδα. Λίγο πριν την έκρηξη το πλήρωμα (συνήθως 20-25 εθελοντές) διέφευγε εγκαίρως μέσω ενός προσδεδεμένου μικρού πλοιαρίου-ακάτου, της σκαμπαβίας, και διασωζόταν από το συνοδευτικό μπρίκι που το περίμενε. Το εγχείρημα απαιτούσε υπερβολικό θάρρος, πνεύμα αυτοθυσίας, πειθαρχία, συντονισμό και ασφαλώς εμπειρία. Ιδιαίτερα στο κρίσιμο διάστημα της προσέγγισης και της αγκίστρωσης, το πυρπολικό ήταν απολύτως εκτεθειμένο και το πλήρωμά του δεχόταν καταιγισμό πυρών ακόμη και από φορητά όπλα με κίνδυνο την πρόωρη ανάφλεξη ή και επίθεση από εξοπλισμένες βάρκες του πλοίου-στόχου που προσπαθούσαν να το απομακρύνουν. Συχνά όμως στα εχθρικά πληρώματα επικρατούσε τρόμος, πανικός και χάος μπροστά στο φόβο της επικείμενης έκρηξης, ιδίως όταν οι φλόγες πλησίαζαν την αποθήκη πυρομαχικών και κάθε διάθεση άμυνας παρέλυε.

 

 

ΕΝΘΕΤΟ 2

 

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟ 1827: ΣΚΑΦΗ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ

 

Α. μοίρα Τόμας Κόχραν: (16) πλοία και (7) πυρπολικά

 

λόρδος Τόμας Κόχραν

(2) Εθνικά:

δίκροτη φρεγάτα «Ελλάς» (Τόμας Κόχραν)

μπρίκι «Σωτήρ» (Τζωρτζ Τόμας)

 

Η δίκροτη φρεγάτα «Ελλάς» με τα 64 πυροβόλα της αποτέλεσε το πιο ισχυρό σκάφος του ελληνικού στόλου στην Επανάσταση. Στην επιχείρηση της Αλεξάνδρειας λόγω του κακού τακτικού σχεδιασμού δεν αξιοποιήθηκε καθόλου η ισχύς πυρός της.

(5) Υδραίικα μπρίκια:

«Μιλτιάδης» (Ιωάννης Λαλεχός)

«Αίολος» (Θεόδωρος Γκιώνης)

«Κέκρωψ» (Σάββας Ανδρέου)

«Κίμων» (Ιωάννης Μπατσαξής)

«Αριστείδης» (Δημήτριος Θεοδωράκης)

 

ο ναύαρχος των Σπετσών Γεώργιος Ανδρούτσος (1782-1849)

(8) Σπετσιώτικα μπρίκια:

«Παγκρατίων» (Γεώργιος Ανδρούτσος)

«Φιλοκτήτης» (Εμμανουήλ Λαζάρου – Ορλώφ)

«Διομήδης» (Θεοδόσης Μπότασης)

«Περικλής» (Νικόλαος Ράπτης)

«Τιμολέων» (Αναγνώστης Κυριακός)

«Κόντε Μπένιξ» (Ιωάννης Τσούπας)

«Επαμεινώνδας» (Νικόλαος Τσοχαντάρης)

«Σόλων» (Γεώργιος Πάνου)

 

(1) Ψαριανή μπρικογολέτα:

«Ξενοφών» (Ανδρέας Αποστόλης)

 

ο Ψαριανός πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877)

(7) πυρπολικά:

Εθνικό (Ανδρέας Μπάτας)

Εθνικό (Ιωάννης Καστελλιώτης)

Σπετσών (Δημήτριος Ποριώτης)

Ύδρας (Εμμανουήλ Μπούτης)

Ύδρας (Αναστάσιος Σπαχής)

Ύδρας (Ανδρέας Παπαπάνος)

Ψαρών (Κωνσταντίνος Κανάρης)

 

Β. μοίρα Γεωργίου Σαχτούρη: (6) πλοία και (2) πυρπολικά

 

Ο Υδραίος αντιναύαρχος Γεώργιος Σαχτούρης (1783-1841). Ο μεγάλος νικητής της ναυμαχίας του Καφηρέα τον Μάιο του 1825. Οι αλλοπρόσαλλες διαταγές του Κόχραν τον εμπόδισαν να πάρει μέρος στην επίθεση στην Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο του 1827.
 

(1) Εθνικό:

ατμοκίνητη κορβέτα «Καρτερία» (Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ)

 

Η ατμοκίνητη κορβέττα «Καρτερία» χάρη στην πρωτοπόρα κίνησή της, τα εξελιγμένα πυροβόλα της και την εμπνευσμένη διοίκηση του Βρετανού φιλέλληνα Άστιγξ, πέτυχε εντυπωσιακά κατορθώματα το 1827-1828. Στην εκστρατεία στην Αλεξάνδρεια το 1827 δεν πήρε μέρος στην επίθεση μειώνοντας αισθητά την ισχύ πυρός του ελληνικού στόλου.
 

(3) Υδραίικα μπρίκια:

«Αθηνά» (Γεώργιος Σαχτούρης)

«Αθηνά» (Γεώργιος Νέγκας)

«Θεμιστοκλής» (Σταμάτης Φώκας)

 

(2) Σπετσιώτικα μπρίκια:

«Λυκούργος» (Αδριανός Σάντος)

«Κίμων» (Ανάργυρος Λεμπέσης)

 

(2) πυρπολικά:

Εθνικό (Ανδρέας Πιπίνος)

Ψαριανό (Κωνσταντίνος Νικόδημος)

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξανδρής, Κ., Αι ναυτικαί επιχειρήσεις του υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνος 1821 – 1829, Έκδοσις «Ναυτικής Επιθεωρήσεως», Αθήναι 1930.

Θεοφανίδης, Ι., Ιστορία του Ελληνικού ναυτικού Σεπτέμβριος 1824-Απρίλιος 1826 - Ο αγών της Ανεξαρτησίας – Νεόκαστρον – Καφηρεύς – Αλεξάνδρεια - Μεσολόγγιον, Έκδοσις «Ναυτικής Επιθεωρήσεως», Αθήναι 1932.

Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979.

Λισμάνης, Δ., Υδραίοι πρόδρομοι και ναυμάχοι του εικοσιένα, Έκδοση Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού, Αθήνα 2007.

Μεταλληνός, Κ., Ο ναυτικός πόλεμος κατά την ελληνική επανάσταση 1821-1829, τόμοι Α-Β, Εκδότης Andys Publishers, Αθήνα 2016.

Σακελλαρίου, Μ., Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016.

Σίμψας, Μ., Το ναυτικό στην ιστορία των Ελλήνων, τόμοι Γ-Δ, εκδόσεις ΓΕΝ, Αθήνα 1982.

Χατζηαναργύρου, Α., Τα Σπετσιώτικα. Συλλογή ιστορικών εγγράφων αφορώντων τα κατά την ελληνικήν Επανάστασιν του 1821, εκ των τυπογραφείων της εφημερίδος «Σφαίρας», Πειραιεύς 1925-1926.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

22 Φεβρουαρίου 1821: ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης περνά τον Προύθο και κηρύσσει την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία

    Σαν σήμερα, στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο ποταμό και κήρυξε την Επα...