Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

Φεβρουάριος - Σεπτέμβριος 1821: Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία

 

του ΧΡΟΝΗ ΒΑΡΣΟΥ

Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή

ΜΑ Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου.

 Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΝΕΟΣ ΕΡΜΗΣ Ο ΛΟΓΙΟΣ" (τεύχος 27, Μαΐου 2024)

Η Επανάσταση στις Ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας τον Φεβρουάριο του 1821 αποτέλεσε την πρώτη φάση του Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας με στόχο να συσπειρώσει τους υπόδουλους βαλκανικούς λαούς σ΄ ένα μέτωπο ενάντια στη μακραίωνη οθωμανική καταπίεση. Ταυτόχρονα θα δημιουργούσε έναν μεγάλο αντιπερισπασμό στη βόρεια Βαλκανική που σε συνδυασμό με τον εν εξελίξει πόλεμο της Πύλης με τον αποστάτη Αλή πασά στην Ήπειρο και το ανοιχτό μέτωπο με την Περσία στα ανατολικά, θα διαμόρφωνε τις κατάλληλες συνθήκες για την επιτυχία της Επανάστασης που επρόκειτο να ξεσπάσει τον Μάρτιο στην κυρίως Ελλάδα. 

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792-1828), γόνος της γνωστής μεγάλης οικογένειας, συνταγματάρχης του ρωσσικού στρατού, υπασπιστής του τσάρου και βετεράνος των ναπολεόντειων πολέμων, όπου στη μάχη της Δρέσδης (Αύγουστος 1813) έχασε το δεξί του χέρι, που ανέλαβε τον Απρίλιο του 1820 αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας (ΦΕ) ως «Γενικός Επίτροπος της Αρχής», συνέλαβε το σχέδιο έναρξης της Επανάστασης από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Βασικά κριτήρια της επιλογής αυτής ήταν ο οικείος χαρακτήρας της περιοχής, λόγω της παρουσίας των Φαναριωτών Ηγεμόνων από το 1709, η συμμετοχή στη ΦΕ του Ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου (Βόδα)(1784-1864), το κενό εξουσίας που προκάλεσε o θάνατος (ή η δολοφονία) στις 19 Ιανουαρίου 1821 του Ηγεμόνα της Βλαχίας Αλεξάνδρου Σούτσου και η ύπαρξη εκεί συγκροτημένων στρατιωτικών τμημάτων. Επιπλέον η γειτνίαση με τη Ρωσσία και οι επαφές των Φιλικών με τον στρατιωτικό διοικητή της Βεσσαραβίας, στρατηγό Ι. Ν. Inzov, και τον επιτελάρχη της 2ας στρατιάς του Προύθου, στρατηγό P. D. Kiselev, θα εξασφάλιζαν απρόσκοπτη ροή εφοδίων και εθελοντών. Το σημαντικότερο όμως ήταν οι όροι της συνθήκης του Βουκουρεστίου, που τερμάτισε τον τελευταίο ρωσσοτουρκικό πόλεμο (1806-1812) οι οποίοι απαγόρευαν στην Πύλη να διατηρεί στρατεύματα στις Ηγεμονίες. Σε αντίθετη περίπτωση, μια οθωμανική εισβολή θα οδηγούσε στο ευκταίο σενάριο έκρηξης ενός νέου ρωσσοτουρκικού πολέμου.

 

Τα στρατιωτικά σχέδια της ΦΕ το δεύτερο εξάμηνο του 1820 («Σχέδιον Γενικόν», «Πολεμικόν Σχέδιον» και «Μερικόν περί Κωνσταντινουπόλεως Σχέδιον») συνέκλιναν όλα σε μια παμβαλκανική εξέγερση με τη συμμετοχή Σέρβων, Βλάχων, Μολδαβών, Βούλγαρων και Μαυροβουνίων ταυτόχρονα με την Επανάσταση στον κυρίως ελλαδικό χώρο και σε άμεσο συντονισμό με όλους τους ενεργούς και δυνητικούς αντιπάλους της Πύλης. Περιελάμβανε επιπλέον τον εμπρησμό ή την αρπαγή του οθωμανικού στόλου από τον ναύσταθμο με ταυτόχρονη ένοπλη εξέγερση μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη και δολοφονία του σουλτάνου. Η έναρξη της Επανάστασης από τις Ηγεμονίες και η κάθοδος του Υψηλάντη στον Μοριά είχαν αποφασιστεί στη σύσκεψη στο Ισμαήλιο στις 7 Οκτωβρίου 1820. Η απόφαση όμως αναιρέθηκε στις 24 του μηνός και ορίστηκε ως νέα ημέρα έναρξης η 15η Νοεμβρίου. Σύμφωνα με το σχέδιο, ο Υψηλάντης εκκινώντας από το Ιάσιο θα προήλαυνε νότια διαμέσου της Βαλκανικής μέχρι την Ελλάδα. Κι αυτό όμως ακυρώθηκε την 1η Νοεμβρίου ενώ σε νέα σύσκεψη στο Κισνόβιο της Βεσσαραβίας (το Κίσινεφ της σημερινής Μολδαβίας) στις 16 Φεβρουαρίου 1821 ορίστηκε τελικά η 27η του ίδιου μήνα. Η έναρξη του ένοπλου αγώνα στον Μοριά και τη Ρούμελη είχε ήδη αποφασιστεί για τις 25 Μαρτίου στις αντίστοιχες συσκέψεις της Βοστίτσας (26-29 Ιανουαρίου) και της Λευκάδας (30 Ιανουαρίου).

 

Αρχές Φεβρουαρίου 1821 ο φόβος διαρροής του μυστικού της επανάστασης ήταν βάσιμος. Σ’ αυτό συνετέλεσαν οι προδοσίες των Α. Κουμουνδουράκη, Σ. Διόγου, η αποκάλυψη του μυστικού στην Πύλη από τον Αλή πασά καθώς και τα έγγραφα που γνωστοποιήθηκαν στον σουλτάνο μετά τη δολοφονία του Φιλικού Δημητρίου Ύπατρου στη Νάουσα τον Οκτώβριο του 1820. Η σύλληψη όμως του Φιλικού Αριστείδη Παππά στα μέσα Ιανουαρίου 1821 στον Δούναβη, που μετέφερε επιστολή του Υψηλάντη στον Σέρβο ηγεμόνα Μίλος Ομπρένοβιτς για τη συμμετοχή των Σέρβων στο κίνημα, η προδοσία του Α. Θεοδώρου και η κοινοποίησή του μυστικού στον σουλτάνο από τον Βρετανό πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Στράγκφορδ, έκαναν επιτακτική την ανάγκη επίσπευσης της Επανάστασης, όπως τόνιζαν με επιστολές τους και οι Μ. Σούτσος και Π. Σέκερης.

 

Το πέρασμα του Προύθου και η είσοδος του Υψηλάντη στο Ιάσιο

 

Στις 21 Φεβρουαρίου 1821 ο Υψηλάντης, φοβούμενος τη σύλληψή του από τις ρωσσικές αρχές, έφυγε εσπευσμένα από το Κισνόβιο για τον Προύθο ποταμό, που τότε αποτελούσε το σύνορο της Ρωσσίας με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Την ίδια μέρα ο εξ Ιθάκης Φιλικός, αστυνομικός διοικητής Γαλατσίου, Βασίλης Καραβιάς, με 150 περίπου ενόπλους, κατέλαβε την πόλη εξοντώνοντας τη μικρή τοπική φρουρά. Δυτικότερα, στην ορεινή Μικρή Βλαχία (Ολτένια), ο Βλάχος στρατιωτικός ηγέτης Θεόδωρος (Τούντορ) Βλαδιμηρέσκου (1780-1821), σε συνεννόηση με τη ΦΕ, είχε εκδηλώσει το ένοπλο κίνημά του από τις 17 Ιανουαρίου εναντίον των τοπικών βογιάρων, κινούμενος προς την Κραϊόβα, χωρίς όμως να ταχθεί ανοιχτά κατά της οθωμανικής εξουσίας. 

Tudor Vladimirescu (1780-1821)

Το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου, ο Υψηλάντης ενδεδυμένος στολή Ρώσσου στρατηγού, με μικρή συνοδεία, διέβη τον Προύθο, σηματοδοτώντας την έναρξη της επανάστασης στις Ηγεμονίες, και από το Σκουλένι έφτασε στο Ιάσιο, πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Αφού η μικρή εχθρική φρουρά αιχμαλωτίστηκε, ο αρχηγός έγινε δεκτός από τον Μιχαήλ Σούτσο και το στρατιωτικό του σώμα ενώ συναντήθηκε και με τον εκεί Ρώσσο Πρόξενο Ανδρέα Πιζάνη. Από το Ιάσιο ο Υψηλάντης κυκλοφόρησε κείμενο απευθυνόμενος στους ντόπιους Μολδαβούς και στις 24 του μηνός την περίφημη προκήρυξη «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», καλώντας τους Έλληνες σε μια απελευθερωτική επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που θα έβρισκε την υποστήριξη όλων των λαών της Ευρώπης κάνοντας αναφορές στο ένδοξο αρχαίο παρελθόν αλλά και υπαινιγμούς για δυνητική ρωσσική στήριξη στην όλη προσπάθεια. 

 

Ταυτόχρονα έγραψε επιστολές, όπου ανέλυε τους στόχους του κινήματος ζητώντας υποστήριξη, στον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ και στον Ι. Καποδίστρια που βρίσκονταν εκείνη την περίοδο στο Λάυμπαχ στο συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας (Ιανουάριος – Μάιος 1821) και στον Στρόγανωφ, πρέσβη της Ρωσσίας στην Κωνσταντινούπολη. Στις 27 Φεβρουαρίου, μέσα σε πανηγυρικό κλίμα, έγινε στην Ι.Μ Τριών Ιεραρχών από τον Μητροπολίτη Ιασίου Βενιαμίν ο καθαγιασμός της επαναστατικής σημαίας. Την επομένη ο Υψηλάντης έμαθε για τη σύλληψη του Αρ. Παππά στον Δούναβη, γεγονός που κατέστησε σαφές ότι ο Ομπρένοβιτς δεν θα συμμετείχε στο κίνημα.

 

Την 1η Μαρτίου τα νέα της Επανάστασης έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη και ένα γενικό κύμα σφαγών ξεκίνησε με στόχο την εξόντωση των ύποπτων πλέον Φαναριωτών αλλά και την κατατρομοκράτηση του χριστιανικού πληθυσμού μέσα σε κλίμα έξαλλου θρησκευτικού φανατισμού και ατμόσφαιρα στρατιωτικής κινητοποίησης. Την ίδια μέρα και καθώς ο Υψηλάντης ξεκίνησε την πορεία του από το Ιάσιο για το Βουκουρέστι επικεφαλής 2.000 ανδρών, ο Βλαδιμηρέσκου εισήλθε με 6.000 ενόπλους στην Κραϊόβα κατευθυνόμενος ανατολικά προς το Βουκουρέστι. Ο Υψηλάντης, αφού εξέδωσε δύο διακηρύξεις προς τον λαό και τους άρχοντες της Βλαχίας, έφτασε στο Φωξάνι στις 8 Μαρτίου, στα σύνορα Βλαχίας – Μολδαβίας όπου συνάντησε τις δυνάμεις από το Γαλάτσι υπό τον Β. Καραβιά και τον Ευρυτάνα οπλαρχηγό Αθανάσιο Καρπενησιώτη (1780-1821). Οι δυνάμεις του μετά και τη μαζική προσέλευση Ελλήνων εθελοντών, ιδίως από τη νότια Ρωσσία, θα έφταναν σταδιακά τις 6.000 άνδρες. Ο Γεώργιος Κατακουζηνός, συνταγματάρχης του ρωσσικού ιππικού των Ουσσάρων, ηγούνταν του Ιερού Λόχου (500 πεζοί και 200 ιππείς), σώματος τακτικού πεζικού που αποτελούνταν από Έλληνες φοιτητές του εξωτερικού, ένθερμους πατριώτες αλλά απειροπόλεμους. 

 

αναπαράσταση Ιερολοχίτη με την επαναστατική σημαία

Τα αδέλφια του Υψηλάντη, Γεώργιος και Νικόλαος, διοικούσαν τα δύο βασικά τμήματα του επαναστατικού στρατού, ενώ το πιο εμπειροπόλεμο και αξιόμαχο τμήμα ήταν εκείνο υπό τους Ιωάννη Φαρμάκη (1772-1821) και Γιωργάκη Ολύμπιο (1772-1821), οπλαρχηγών με πολεμική εμπειρία από τα χρόνια της σερβικής επανάστασης του 1804-1813 και του τελευταίου ρωσσοτουρκικού πολέμου 1806-1812. Τμήμα ιππικού διοικούσε και ο βετεράνος Σέρβος επαναστάτης Μλάντεν Μιλοβάνοβιτς (1760-1823). Τον έλεγχο του Δούναβη στο Γαλάτσι είχε αναλάβει ο Κεφαλλονίτης Ανδρέας Σφαέλλος με 10 κανονιοφόρους ενώ στο Βουκουρέστι υπήρχε μια άλλη δύναμη 1.100 ανδρών υπό τον  Πάτμιο Φιλικό Σάββα Φωκιανό (Καμινάρη)(1785-1821), αρχηγό της φρουράς της πόλης. Μαζί με τις δυνάμεις του Βλαδιμηρέσκου που πλησίαζαν, ο Υψηλάντης εκτιμούσε ότι σύντομα θα ηγούνταν δύναμης 12.000 ανδρών. Στις 14 Μαρτίου κινήθηκε νότια προς το Πλοέστι αναμένοντας μια θετική ρωσσική παρέμβαση και καλώντας τους εχθρικούς πλέον βογιάρους να παραμείνουν στο Βουκουρέστι.

ο Ιωάννης Καποδίστριας

Η επιστολή όμως του Υψηλάντη έφτασε στο Λάυμπαχ στις 7 Μαρτίου μέσα σε πολύ δυσμενές κλίμα, εξαιρετικά εχθρικό για κάθε φιλελεύθερο επαναστατικό κίνημα. Με την Ισπανία και τη Νεάπολη να είναι ήδη από το 1820 σε επαναστατικό αναβρασμό, ήρθε και η σειρά του Πεδεμοντίου καθώς οι Καρμπονάροι εισήλθαν στο Τορίνο μια εβδομάδα πριν. Στις 11 του μηνός οι Αυστριακοί κατέλαβαν τη Νεάπολη καταστέλλοντας το εκεί κίνημα, ενώ στις 29 ακολούθησε την ίδια μοίρα και το Τορίνο. Σ’ αυτό το περιβάλλον και υπό την πίεση του Μέττερνιχ στον Τσάρο, συντάχθηκε στις 14 Μαρτίου το αυτοκρατορικό διάταγμα και η επιστολή - απάντηση του Καποδίστρια στον Υψηλάντη που καταδίκαζε σαφώς το κίνημά του, διαβεβαίωνε τον σουλτάνο για τη μη εμπλοκή της Ρωσσίας αλλά περιείχε και τη σωτήρια για την εθνική υπόθεση «ρήτρα της ουδετερότητας» στις σχέσεις της Πετρούπολης με την Πύλη, που απέτρεπε κάθε ευρωπαϊκή στρατιωτική επέμβαση για την καταστολή της ελληνικής Επανάστασης.

 

Η προώθηση μέχρι το Βουκουρέστι και η αναδίπλωση στο Τιργκοβίστι

Στο Βουκουρέστι επικρατούσε αναταραχή και φόβος για τις ραγδαίες εξελίξεις και πολλοί βογιάροι κι έμποροι μαζί με τον Ρώσσο και Αυστριακό Πρόξενο αναχώρησαν. Στις 21 Μαρτίου εισήλθε στην πόλη ο Βλαδιμηρέσκου με τον στρατό του, που έχοντας μάθει για την καταδίκη του Υψηλάντη από τον Τσάρο, άρχισε μυστικές επαφές με τον Οθωμανό Βαλή της Σιλίστριας Μεχμέτ Σελήμ, δήλωσε υποταγή στην προσωρινή κυβέρνηση της Βλαχίας στις 23 του μηνός, συγκρότησε Γερουσία και στις 25 αυτοανακηρύχθηκε σε Ηγεμόνα, αποστασιοποιούμενος από τη ΦΕ. Στις 22 του μηνός είχε εισέλθει στο Βουκουρέστι και ο Γ. Ολύμπιος με  400 άνδρες.

Στις 23 Μαρτίου η Πύλη, εξαιρετικά  ανήσυχη για τις εξελίξεις, κήρυξε γενική επιστράτευση. Οι δύο αφορισμοί που εκδόθηκαν από το Πατριαρχείο (11 και 20 Μαρτίου) υπό την απειλή γενικής σφαγής των χριστιανών, διαμορφώθηκαν αριστοτεχνικά κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίστανται τυπικά άκυροι και δεν είχαν επί της ουσίας κανένα ουσιαστικό αντίκτυπο στο ηθικό των επαναστατών. Με σουλτανικό διάταγμα ο φρούραρχος της Βράιλας, Γιουσούφ Περκόφτσαλης, διορίστηκε σερασκέρης (αρχιστράτηγος) του εκστρατευτικού σώματος που ετοιμαζόταν ενώ ενισχύθηκαν οι φρουρές του Βιδινίου και της Σιλίστριας και 5.000 Γενίτσαροι εστάλησαν στη Βράιλα μέσω του λιμανιού της Βάρνας. Παράλληλα σε επαφή του Ρεϊζ Εφέντη Χαμίντ μπέη με τον Στρόγανωφ, ο τελευταίος αρνήθηκε κάθε ανάμειξη ή στήριξη της Ρωσσίας στο κίνημα του Υψηλάντη.

 

Δύο μέρες μετά, στις 25 Μαρτίου, κι ενώ στην κυρίως Ελλάδα η Επανάσταση είχε αρχίσει να εξαπλώνεται, ο Υψηλάντης έφτασε με τον στρατό του στην Κολεντίνα, στα προάστια του Βουκουρεστίου, όπου συναντήθηκε με τον Σάββα Φωκιανό, τον μητροπολίτη Διονύσιο και επιφανείς βογιάρους. Εκεί, μέσω του Ρώσσου Προξένου στο Βουκουρέστι Αλεξάνδρου Πίνη, ο Υψηλάντης παρέλαβε την επιστολή του Καποδίστρια με την καταδίκη του κινήματός του που τον ανάγκαζε να επαναξιολογήσει τη νέα πραγματικότητα, ιδίως μετά και την άκαρπη προσωπική συνάντηση με τον Βλαδιμηρέσκου, στην οποία διαπιστώθηκε σοβαρή διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο ηγετών. Με νέα επιστολή του στον Τσάρο την 1η Απριλίου, ο Υψηλάντης υποσχέθηκε να διακόψει την προέλασή του και να τηρήσει αμυντική στάση στην ορεινή Βλαχία, αναμένοντας μια θετική ρωσσική μεσολάβηση ενώ θα διατηρούσε τον στρατό του ανέπαφο και συγκεντρωμένο σε ασφαλή τοποθεσία. Έτσι έφυγε από την Κολεντίνα στις 31 Μαρτίου και μετακινήθηκε 75 χλμ βορειοδυτικά του Βουκουρεστίου στρατοπεδεύοντας στις 3 Απριλίου στο Τιργκοβίστι.

Στις 10 Απριλίου στο ελληνικό στρατόπεδο έφτασε και η είδηση για την έκρηξη της Επανάστασης στην κυρίως Ελλάδα, ενώ από τα μέσα του μήνα άρχισαν τουρκικές αναγνωριστικές επιδρομές από το Γιούργκεβο και τη Σιλίστρια εντός της Βλαχίας, που όμως αναχαιτίστηκαν επιτυχώς. Ο Υψηλάντης εκτιμώντας την επικείμενη μαζική εχθρική εισβολή και με δεδομένες τις φήμες ότι ο Σάββας είχε αρχίσει επαφές με τους Τούρκους, απέστειλε στο Ιάσιο τον Ηπειρώτη Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και στο Γαλάτσι τον Αθανάσιο Καρπενησιώτη για να φέρουν ενισχύσεις στο Τιργκοβίστι. Εξάλλου και στη Μολδαβία η κατάσταση ήταν ιδιαιτέρως κρίσιμη μετά τη φυγή του Μ. Σούτσου στη Βεσσαραβία στα τέλη Μαρτίου και τις επαφές των ντόπιων βογιάρων με τον Γιουσούφ της Βράιλα. Στο μεταξύ, από τις 23 του μηνός από το Κισνόβιο ξεκίνησε και ο Δημήτριος Υψηλάντης με στόχο να φτάσει μέσω Αυστρίας στην Τεργέστη κι από εκεί με πλοίο στην Πελοπόννησο.

 

Η εισβολή του οθωμανικού στρατού στις Ηγεμονίες

 


Στις 30 Απριλίου σουλτανικά στρατεύματα συνολικής δυνάμεως 33.000 ανδρών, πέρασαν με τη ρωσσική άδεια τμηματικά τον Δούναβη από τέσσερα σημεία και άρχισαν να εισέρχονται στις Ηγεμονίες. Από τη Βράιλα, ο Γιουσούφ Περκόφτσαλης επικεφαλής 7.000 ανδρών, συνεπικουρούμενος από στολίσκο 44 κανονιοφόρων εντός του Δούναβη, εισέβαλε πρώτος στη Μολδαβία με στόχο το Γαλάτσι. Στη μάχη έξω από την πόλη, κοντά στη γέφυρα του ποταμού Σερέτη, 700 περίπου Έλληνες υπό την ηγεσία του Καρπενησιώτη, αναχαίτισαν μετά από εξάωρη μάχη τους 2.000 Τούρκους εισβολείς προκαλώντας τους απώλειες 350 ανδρών. Την επομένη όμως ο Γιουσούφ με το σύνολο των δυνάμεών του επιτέθηκε μαζικά στο Γαλάτσι που υπερασπιζόταν ο Καρπενησιώτης με 1.300 άνδρες, 22 κανόνια και 4 κανονιοφόρους του Σφαέλλου. Μετά από ολοήμερη ηρωική αντίσταση ο Καρπενησιώτης διέφυγε νύχτα διαμέσου του Προύθου βόρεια προς το Ιάσιο με τους 900 εναπομείναντες άνδρες του έχοντας επιφέρει στον εχθρό απώλειες άνω των 1.300 ανδρών. Το πρωί της 2ας Μαΐου οι Τούρκοι εισήλθαν στην ανυπεράσπιστη πόλη πυρπολώντας τη και σφαγιάζοντας 1.000 αμάχους χριστιανούς.

Παράλληλα, την 1η Μαΐου ο Δερβίς Μουσταφά από το Βιδίνι, το Λομ και τη Ράχοβα με άλλες 7.000 άνδρες, συγκρουόμενος με μικρά αποκομμένα τμήματα Βουλγάρων και Βλάχων, προήλασε εντός της Μικρής Βλαχίας. Η κύρια εχθρική δύναμη (14.000 άνδρες) από τη Σιλίστρια υπό τον Σελήμ Μεχμέτ και από το Ρουστσούκ και το Γιούργκεβο υπό τον κεχαγιάμπεη Χατζή Καρά Αχμέτ, κατευθύνθηκε προς το Βουκουρέστι ενώ 5.000 γενίτσαροι υπό τον Σαλήχ πασά ενώθηκαν με τις δυνάμεις του Γιουσούφ Περκόφτσαλη στο Γαλάτσι.

Στο Τιργκοβίστι ο Υψηλάντης έμαθε για την πτώση του Γαλατσίου στις 8 Μαΐου. Απέναντι στον πολλαπλάσιο οθωμανικό στρατό που πλησίαζε από την Κραϊόβα και το Βουκουρέστι, διέθετε 6.500 άνδρες (σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο μόλις 3.800), εκ των οποίων 2.000 ήταν Έλληνες,  3.000 λοιποί Βαλκάνιοι και το ¼ άοπλοι – βοηθητικοί, με ελάχιστη πειθαρχία και  διεσπαρμένους στη γραμμή Πιτέστι – Τιργκοβίστι – Πλοέστι – Βουζαίο, μήκους 200 χλμ. Ανησυχώντας ιδιαίτερα εκτός από την προδοτική στάση του Βλαδιμηρέσκου και για την άμυνα της Μολδαβίας, απέστειλε στις 9 Μαΐου τον Γ. Κατακουζηνό με 600 ιππείς ως ενίσχυση στο Ιάσιο. Στο μεταξύ, καθώς οι Τούρκοι πλησίαζαν στο Βουκουρέστι, οι Βλαδιμηρέσκου και Σάββας χωρίς να αντιτάξουν άμυνα, παρά τις 4.000 άνδρες που διέθεταν, αποχώρησαν από την πόλη, ο πρώτος με 2.500 άνδρες για το Γολέστι (δυτικά από το Τιργκοβίστι) και ο δεύτερος με 1.500 για το στρατόπεδο του Υψηλάντη. Στις 16 Μαΐου ο Καρά Αχμέτ εισήλθε στο ανυπεράσπιστο Βουκουρέστι προβαίνοντας σε σφαγές περίπου 2.000 αμάχων.

Στις 20 Μαΐου από το Τιργκοβίστι συντάχθηκε έκκληση των οπλαρχηγών προς τον Τσάρο για βοήθεια ενώ ο Υψηλάντης απευθύνθηκε με προσωπικές επιστολές τόσο στον Αλέξανδρο Α΄ όσο και στον βασιλιά της Πρωσσίας. Αναφορικά με την υπόθεση Βλαδιμηρέσκου, ο Ολύμπιος μετά από άκαρπες επαφές μαζί του στο Γολέστι, προχώρησε στις 21 του μηνός στη σύλληψή του. Μεταφέρθηκε στο Τυργκοβίστι όπου δικάστηκε για προδοσία κι εκτελέστηκε στις 23 του μήνα. Περίπου 4.000 από τον στρατό του με επικεφαλής τον Σέρβο Χατζή Πρόνταν Γκλιγκόρεβιτς και τον Βούλγαρο (ή Έλληνα σλαβόφωνο) Ντιμίτριε Μακεντόνσκι, προσχώρησαν στον Υψηλάντη, που διέθετε πλέον 10.000 άνδρες.

ο Σέρβος Hadži-Prodan Gligorijević (1760-1825)
 

Στις 25 Μαΐου ο Καρά Αχμέτ κινήθηκε από το Βουκουρέστι με 4.000 πεζούς και 4.000 ιππείς προς το Τιργκοβίστι. Την άλλη μέρα εχθρικά προωθημένα τμήματα στη Μικρή Βλαχία έφτασαν στο Ζαβιδένι (10χλμ βόρεια του Δραγατσανίου, δυτικά του επαναστατικού στρατοπέδου) και εκδίωξαν σώμα 650-800 επαναστατών υπό τους Διαμαντή Τζουβάρα και Ιοάν Σολομών που διέφυγαν βόρεια προς Ρίμνικο. Μπροστά σ’ αυτή την εξέλιξη και υπό τον φόβο περικύκλωσης, μετά από εισήγηση του Ολύμπιου, πάρθηκε η απόφαση για μετακίνηση του στρατοπέδου δυτικότερα, προς την ορεινή Μικρή Βλαχία, μέσω της διαδρομής Κιμπολούγκι - Πιτέστι, ώστε να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά οι εχθρικές δυνάμεις από το Βιδίνι. Στις 27 Μαΐου ο Καρά Αχμέτ χτύπησε προωθημένα τμήματα 1.500 ανδρών υπό τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, εξάδελφο του Γέρου του Μοριά, τον Γ. Ορφανό και τον Κ. Δούκα, οχυρωμένα στην Ι.Μ Νοτσέτου και περιμετρικά, νότια του Τιργκοβιστίου. Μετά από ολοήμερη ηρωική άμυνα τα τμήματα υποχώρησαν τη νύχτα βόρεια για να συναντήσουν το υπόλοιπο στράτευμα στο οποίο έσπειραν τον πανικό οι υποχωρούντες ιππείς του Κ. Δούκα που λίγες μέρες μετά διέφυγε στην Αυστρία.

Στις 29 Μαΐου, κι ενώ ο Υψηλάντης έφτανε στο Πιτέστι με στόχο να κινηθεί βορειοδυτικά προς Ρίμνικο, ο Καρά Αχμέτ κατέλαβε το Τιργκοβίστι και δυτικότερα ο Δερβίς Μουσταφά την Κραϊόβα . Την επομένη προσχώρησε στο οθωμανικό στράτευμα και ο Σάββας με τους 1.000 ιππείς του συμμετέχοντας κι αυτός στην καταδίωξη του Υψηλάντη. Το επαναστατικό στρατόπεδο του Ρίμνικο δυνάμεως 7.500 ανδρών, απειλούνταν πλέον από δύο κατευθύνσεις: ανατολικά από 3.000 Τούρκους και τον Σάββα που κινούνταν από Πιτέστι προς Ρίμνικο και νότια από σώμα 3.500 ανδρών που οχυρώθηκαν δυτικά του ποταμού Ολτ κοντά στο Δραγατσάνι. Εκεί στάθμευαν 800 ιππείς υπό τον Καρά Φεϊζ και άλλοι 2.600 πεζοί νοτιότερα σε τέσσερα μοναστήρια που οι Χατζή Πρόνταν και Μακεντόνσκι απέτυχαν να εκδιώξουν μεταξύ 29-31 Μαΐου.

 

Η ήττα στο Δραγατσάνι και η οριστική καταστολή του κινήματος

 


Ο φόβος περικύκλωσης του επαναστατικού στρατού στο Ρίμνικο οδήγησε στην απόφαση επίθεσης στο Δραγατσάνι. Πριν προλάβουν να συγκεντρωθούν οι απαραίτητες δυνάμεις, με βάση το σχέδιο του Υψηλάντη ώστε αποκτηθεί τοπική υπεροχή, ο Βασίλης Καραβιάς με 800 ιππείς το πρωί της 7ης Ιουνίου, βεβιασμένα και χωρίς συντονισμό, παρά τις σαφείς διαταγές, επιτέθηκε στην Ι.Μ Σερμπανέστι. Η ενίσχυση όμως των Τούρκων από το Δραγατσάνι και τις άλλες τρεις μονές τον εξανάγκασε σε άτακτη υποχώρηση. Σε βοήθειά του έσπευσαν 100 ιππείς και ο Ιερός Λόχος (373 άνδρες) υπό τον Νικόλαο Υψηλάντη που σύντομα βρέθηκε περικυκλωμένος σε ανοιχτό πεδίο. Αφού πολέμησε ηρωικά απέναντι  σε 3.500 Τούρκους συνετρίβη. Συνολικά 140 ιππείς και 200 Ιερολοχίτες έπεσαν στη μάχη ενώ άλλοι 37 αιχμαλωτίστηκαν κι εκτελέστηκαν αργότερα. Με παρέμβαση του Ολύμπιου διασώθηκαν μόλις 136 Ιερολοχίτες ανάμεσά τους ο Ν. Υψηλάντης, ο Γ. Γεννάδιος, ο Γ. Λασσάνης, υπασπιστής του Υψηλάντη και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, εκ των ιδρυτών της ΦΕ.

Η συντριπτική ήττα στο Δραγατσάνι έφερε το επαναστατικό στρατόπεδο στα όρια της διάλυσης. Καθώς ο στρατός υποχωρούσε βόρεια προς την Ι.Μ Κόζιας με στόχο τη σωτηρία πέρα από τα αυστριακά σύνορα, τα φαινόμενα λιποταξίας και χάους πολλαπλασιαζόταν καθημερινά μαζί όμως και με μεμονωμένες πράξεις ηρωικής αντίστασης αποκομμένων τμημάτων που καταδιώκονταν από τους Τούρκους. Στις 15 Ιουνίου ο Υψηλάντης πέρασε τα σύνορα με την Αυστρία μαζί με τους αδελφούς του Νικόλαο και Γεώργιο και άλλους αξιωματικούς και παρέμεινε στο Σίμπιου. Παρά τις διαβεβαιώσεις για ασφαλή μετάβαση στο Αμβούργο, συνελήφθη από τις αυστριακές αρχές και φυλακίστηκε στο κάστρο του Μούγκατς (Mukachevo της σημερινής δυτικής Ουκρανίας). Αποφυλακίστηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827 για λόγους υγείας με παρέμβαση του τσάρου Νικολάου Α΄ και απεβίωσε λίγο μετά στη Βιέννη, στις 7/19 Ιανουαρίου 1828. 

ο Ιωάννης Φαρμάκης (1772-1821)
 

Από τα στρατιωτικά σώματα που έμειναν στη βόρεια Βλαχία, 800 ένοπλοι υπό τους Ολύμπιο και Φαρμάκη κινήθηκαν ανατολικά προς τη Μολδαβία μέσω ορεινών δρομολογίων με σκοπό να διαφύγουν στη Βεσσαραβία. Μια άλλη ομάδα 250 ανδρών υπό τον Κολοκοτρώνη, αφού διέσχισε πολεμώντας όλη τη Βαλκανική, έφτασε τελικά στις 10 Αυγούστου στην Τρίπολη με μόλις 100 άνδρες λαμβάνοντας μάλιστα μέρος στη μάχη της Γράνας και στην άλωση της πόλης τον Σεπτέμβριο!

Την ίδια περίοδο στη Μολδαβία η ταχεία προέλαση 11.000 Τούρκων, υπό τους Γιουσούφ Περκόφτσαλη και Σαλήχ, αποδιοργάνωσε την άμυνα της περιοχής. Καθώς ο Γ. Κατακουζηνός διέφυγε στις 12 Ιουνίου στη Βεσσαραβία, την ηγεσία του αγώνα οπισθοφυλακής ανέλαβε ο Αθ. Καρπενησιώτης που μετά την είσοδο των Τούρκων στο Ιάσιο στις 13 Ιουνίου, οχυρώθηκε με 1.000 άνδρες στο Σκουλένι, 15 χλμ βόρεια του Ιασίου δίπλα στον Προύθο ποταμό. Οι Τούρκοι αφού προσέβαλαν στις 16 του μηνός τις θέσεις των επαναστατών στη Στίγκα (νότια του Σκουλενίου στον ποταμό Ζίζια), στις 17 επιτέθηκαν με 6.000 άνδρες και 6 κανόνια εναντίον των 485 εναπομεινάντων υπερασπιστών του Σκουλενίου. Στην οχτάωρη άνιση μάχη, αφού προκάλεσαν 1.600 απώλειες στους αντιπάλους, έπεσαν ηρωικά ο Καρπενησιώτης, ο Σφαέλλος, ο Σφακιανός Γεώργιος Δαιμονάκης και 300 άνδρες τους ενώ οι υπόλοιποι μαζί με 500 ιππείς που έφτασαν από το Ρωμάνο, διέφυγαν πολεμώντας στο ρωσσικό έδαφος.

 

Στη Βλαχία και τη βόρεια Μολδαβία το πρώτο 20ήμερο του Ιουλίου πολιορκήθηκαν τα τελευταία εναπομείναντα στρατιωτικά τμήματα (λιγότεροι από 1.000 ένοπλοι) που είχαν βρει καταφύγιο σε ορεινά μοναστήρια της περιοχής των Καρπαθίων (Τισμάνης, Κόζιας, Ανινώσης, Σλάτινας) και στο Κόλτσι του όρους Πιάτρα, βόρεια του Κιμπολούγκι. Με εξαίρεση την καταστροφή του τμήματος στην Ι.Μ Κόζιας, οι περισσότεροι, μετά από επιτυχή άμυνα, διέφυγαν στην Αυστρία. Στις επιχειρήσεις συμμετείχε και το τμήμα ιππικού του Σάββα που είχε προσχωρήσει από τα τέλη Μαΐου στους σουλτανικούς. Η προδοτική στάση του όμως δεν εμπόδισε τον Καρά Αχμέτ να τον παρασύρει σε παγίδα και να εξοντώσει μεταξύ 7-8 Αυγούστου στο Βουκουρέστι τον ίδιο και τους 600 άνδρες του.

Δυστυχώς, οι θετικές εξελίξεις στο διπλωματικό πεδίο εκδηλώθηκαν αργά και μετά την εξάλειψη κάθε επαναστατικής εστίας στις Ηγεμονίες. Οι άγριες σφαγές των αμάχων χριστιανών στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και τις Κυδωνίες, κυρίως όμως ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, οδήγησαν τις ρωσσοτουρκικές σχέσεις σε ρήξη. Η ρωσσική διακοίνωση της 6ης Ιουλίου, άριστα διατυπωμένη με τελεσιγραφικό χαρακτήρα από τον Καποδίστρια και με στόχο την πολεμική εμπλοκή, οδήγησε στην αποχώρηση του Στρόγανωφ από την Κωνσταντινούπολη στα τέλη Ιουλίου και στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. 

 

Ο ηρωικός επίλογος της Επανάστασης στις Ηγεμονίες γράφτηκε στη βόρεια Μολδαβία, στην Ι.Μ Σέκου, 100 χλμ δυτικά του Ιασίου, φύσει οχυρή θέση στα Καρπάθια δίπλα στα σύνορα με την Αυστρία. Εκεί έφτασαν τέλη Αυγούστου καταδιωκόμενοι μόλις 350 ένοπλοι από το αρχικό σώμα, υπό τους Ολύμπιο, Μλάντεν και Φαρμάκη. Στις 5 Σεπτεμβρίου (ή 29 Αυγούστου) ξεκίνησε η πολιορκία του μοναστηριού από 4-6.000 Τούρκους από το Ιάσιο υπό τον Σαλήχ πασά. Στις 9 του μήνα (ή 30 Αυγούστου) ο Ολύμπιος, πολεμώντας από το κωδωνοστάσιο της μονής και φοβούμενος ότι θα συλληφθεί από εχθρούς που τον περικύκλωσαν, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχθηκε με 7-11 συντρόφους του δίνοντας ηρωικό τέλος στη ζωή του. Τις επόμενες 13 μέρες το βάρος της άμυνας, καθώς ο Μλάντεν διέφυγε στην Αυστρία, ανέλαβε ο Φαρμάκης προκαλώντας εκατοντάδες απώλειες στους επιτιθέμενους. Στις 22 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι ενισχύθηκαν με επιπλέον 4.000 άνδρες υπό τον Σαλίχ ενώ οι πολιορκημένοι είχαν περιοριστεί σε μόλις 235, οι περισσότεροι τραυματίες. Ξεκίνησαν έτσι πλαστές διαπραγματεύσεις μέσω του Αυστριακού διπλωμάτη Wolf για την ασφαλή αποχώρηση τους. Την επομένη (ή 12 Σεπτεμβρίου) με δόλο συνελήφθησαν από τους Τούρκους ο Φαρμάκης και 18-32 αξιωματικοί του ενώ οι υπόλοιποι σφαγιάσθηκαν, εκτός από 33 άνδρες που από το προηγούμενο βράδυ είχαν περάσει στην Αυστρία. Οι αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν στη Σιλίστρια ενώ ο Φαρμάκης οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου αποκεφαλίστηκε μετά από βασανιστήρια στις 16 Οκτωβρίου.

 

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα

 

Η επτάμηνη επαναστατική δράση στις Ηγεμονίες, παρά τον ηρωικό χαρακτήρα της, σημαδεύτηκε από λάθη στον σχεδιασμό και παραλείψεις στο επιχειρησιακό πεδίο αποκαλύπτοντας και τα όρια του βαλκανικού εγχειρήματος του Υψηλάντη και των Φιλικών, όπως απέδειξε και η αποστασία των Βλαδιμηρέσκου - Σάββα και η μη συμμετοχή των Σέρβων του Ομπρένοβιτς. Η επιλογή της Μολδοβλαχίας για την εκδήλωση του κινήματος ήταν θεωρητικά ορθή. Η αλλαγή όμως της ρωσσικής στάσης και η άδεια στον οθωμανικό στρατό να εισβάλει καθόρισαν και το τελικό αποτέλεσμα. Στα αίτια της ήττας πρέπει να συνυπολογιστούν ασφαλώς η λάθος εκτίμηση του Υψηλάντη για τις πραγματικές προθέσεις της Ρωσσίας και το μέγεθος της επιρροής του Μέττερνιχ στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄. Αυτό οδήγησε σε μια ανεπίτρεπτη αδράνεια, με την παραμονή στο Τιργκοβίστι, όλο το κρίσιμο διάστημα του Απριλίου που προετοιμαζόταν η σουλτανική αντεπίθεση. Παράλληλα η μεγάλη έκταση της χώρας, το πεδινό έδαφος της περιοχής, η γειτνίαση με τα μεγάλα στρατιωτικά κέντρα των Οθωμανών στον Δούναβη, η εχθρότητα των τοπικών βογιάρων και η μικρή διάθεση συμμετοχής του ντόπιου πληθυσμού στην πολεμική προσπάθεια, συνέβαλαν στην αποτυχία. Ο πολυεθνικός επαναστατικός στρατός ήταν διεσπαρμένος σε πολλά σημεία στη χώρα και δεν διέθετε ικανή αριθμητικά δύναμη για να αντιμετωπίσει την ταυτόχρονη εχθρική εισβολή από τρείς κατευθύνσεις σε ένα ευρύ μέτωπο εκατοντάδων χιλιομέτρων από το Βιδίνι μέχρι τη Βράιλα. Επιπλέον παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα σε επίπεδο συνοχής, ανεφοδιασμού, συντονισμού, πειθαρχίας και εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τις αντιζηλίες πολλών τοπικών Πανδούρων αρχηγών. Ο πατριωτισμός, το επαναστατικό ήθος του Υψηλάντη και το πνεύμα ηρωισμού και αυτοθυσίας των Ιερολοχιτών, όπως και πολλών στρατιωτικών ηγητόρων και απλών πολεμιστών, δεν αρκούσαν από μόνα τους για να φέρουν τη νίκη απέναντι σε πολλαπλάσιες οθωμανικές δυνάμεις που διέθεταν ισχυρό ιππικό και πυροβολικό. Αντίθετα, μικρά αλλά συγκροτημένα τμήματα, διοικούμενα από εξαίρετους αρχηγούς, όπως ο Ολύμπιος, ο Φαρμάκης, ο Κολοκοτρώνης κι ο Καρπενησιώτης, επέδειξαν στο πεδίο της μάχης την υψηλή μαχητική τους αξία.

Το κίνημα όμως στη Μολδοβλαχία, αν και ηττήθηκε, συνέβαλε τα μέγιστα στην εδραίωση της Επανάστασης στον κυρίως ελλαδικό χώρο. Για επτά μήνες δέσμευσε στη βόρεια Βαλκανική 40.000 οθωμανικό στρατό την ίδια εποχή που άλλες 100.000 απασχολούνταν στο μέτωπο με την Περσία και 40.000 είχαν διατεθεί για την πολιορκία του Αλή πασά στα Γιάννενα. Παράλληλα προκάλεσε σοβαρή κρίση στις ρωσσοτουρκικές σχέσεις, που χάρη στις διπλωματικές πρωτοβουλίες του Καποδίστρια, λίγο έλειψε να οδηγήσει σε νέο πόλεμο. Το οθωμανικό ναυτικό αναγκάστηκε έτσι να διατηρήσει για μεγάλο διάστημα το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών του στον Βόσπορο κι αυτό έδωσε τη δυνατότητα στον ελληνικό στόλο να κυριαρχήσει στο Αιγαίο και στον Κολοκοτρώνη χρόνο να πολιορκήσει στενά την Τρίπολη, που συμπτωματικά αλώθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα παράδοσης των τελευταίων υπερασπιστών στην Ι.Μ Σέκου. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829, ένας άλλος Υψηλάντης, ο Δημήτριος αυτή τη φορά, με την καθοριστική νίκη του στην Πέτρα της Βοιωτίας, ολοκλήρωσε στρατιωτικά τον Αγώνα της Παλιγγενεσίας που είχε αρχίσει ο αδελφός του Αλέξανδρος οχτώ χρόνια πριν από τον Προύθο ποταμό.

*όλες οι ημερομηνίες είναι με το παλιό ιουλιανό ημερολόγιο


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821-1829), τόμος Ε΄, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1980.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979.

Καραμπελιάς Γιώργος, Φιλική Εταιρεία. Ήταν ώριμη η Επανάσταση;, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2019.

Κεκαυμένος Γιώργος, Ο Γρηγόριος Ε΄ και η επανάσταση του 1821, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2019.

Κόκκινος Διονύσιος Α., Η Ελληνική Επανάστασις, τόμος Α΄, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1957.

Κολοβός Ηλίας - Σουκρού Ιλιτζάκ - Μοχάμαντ Σχαριάτ-Παναχί, Η οργή του σουλτάνου. Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β΄ το 1821, εκδόσεις ΕΑΠ, Αθήνα 2021.

Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμοι 1-9, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1991.

Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, εκδόσεις Γιοβάνη, Αθήνα 1978.

Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, Αθήνα 1859.

Φωτεινός Ηλίας, Ο άθλος της εν Βλαχία ελληνικής επαναστάσεως το 1821 έτος, Λειψία 1846.

Dinu Tudor, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στη Μολδαβία και τη Βλαχία, εκδόσεις Πρώτη Ύλη, Αθήνα 2024.

Todorov Nikolai, Η βαλκανική διάσταση της Επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων – ένας κατάλογος αγωνιστών στη Μοδοβλαχία (αρχεία Οδησσού), εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 1982.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φεβρουάριος - Σεπτέμβριος 1821: Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία

  του ΧΡΟΝΗ ΒΑΡΣΟΥ Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή ΜΑ Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου.   Το παρόν άρθρο δημο...