| ο Ιμπραήμ πασάς (1789-1848) |
Του Χρόνη Βάρσου
Φιλολόγου – Ιστορικού Ερευνητή
Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου
Έχουν περάσει 201 χρόνια από τις 12 Φεβρουαρίου 1825 όταν τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο αντιπροσωπεύοντας μια πρωτόγνωρη και θανάσιμη απειλή για την Επανάσταση. Η αιγυπτιακή εισβολή εν μέσω χειμώνα, o «αφρικανικός σιμούν», όπως εμφατικά χαρακτηρίστηκε από τον ιστορικό Απόστολο Βακαλόπουλο, αιφνιδίασε και απείλησε σοβαρά τους Έλληνες με ολοκληρωτική ήττα. Με αφορμή την εκστρατεία του Ιμπραήμ στον Μοριά, τα τελευταία χρόνια έχει προβληθεί έντονα ένα κυρίαρχο αφήγημα περί «καταστολής και ήττας της ελληνικής Επανάστασης» από τον Αιγύπτιο στρατηγό που οδήγησε το 1827 στην ευρωπαϊκή παρέμβαση «σωτηρίας» των Ελλήνων στο Ναβαρίνο από τους «φιλάνθρωπους» συμμάχους. Μια όμως ψύχραιμη μελέτη και αξιολόγηση της τετραετούς σχεδόν αιγυπτιακής εκστρατείας στον Μοριά (12 Φεβρουαρίου 1825 – 23 Σεπτεμβρίου 1828) με βάση τα πραγματικά επιχειρησιακά της αποτελέσματα, οδηγεί στην εξαγωγή τελείως διαφορετικών συμπερασμάτων όσον αφορά όχι προφανώς τη δεδομένη επικινδυνότητα και το μέγεθος της αιγυπτιακής παρέμβασης αλλά το κατά πόσον αυτή επέφερε ή όχι την καταστολή της Επανάστασης.
| Η Αίγυπτος την εποχή του Μεχμέτ Αλή (1805-1848) |
Στις αρχές του 1825 ο απελευθερωτικός αγώνας του ελληνικού έθνους έμπαινε ήδη στον πέμπτο χρόνο αλλά παρουσίαζε σοβαρά σημάδια κόπωσης. Τον Μάρτιο του 1824 υπεγράφη η συμμαχία του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ με τον ηγεμόνα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή που έφερε την ένοπλη σύγκρουση στα όρια της. Με βάση τη συμφωνία ο σουλτανικός στρατός ανέλαβε να υποτάξει τη Στερεά, ο αιγυπτιακός την Πελοπόννησο και από κοινού οι δύο στόλοι τα ναυτικά νησιά. Είχαν προηγηθεί μέσα στην Άνοιξη του 1824 η καταστολή της Επανάστασης στην Εύβοια και την Κρήτη (Απρίλιος-Μάιος), οι καταστροφές της Κάσου (Μάιος) και των Ψαρών (Ιούνιος) αλλά και η νικηφόρα εκστρατεία του ελληνικού στόλου για τη σωτηρία της Σάμου που αναχαίτισε τον τεράστιο τουρκοαιγυπτιακό στόλο και το επιβαίνον αιγυπτιακό εκστρατευτικό σώμα ενώ αποκρούστηκε και η οθωμανική εισβολή στη Στερεά.[1] Οι εμφύλιες συγκρούσεις όμως της περιόδου Νοεμβρίου 1823 – Ιανουαρίου 1825 είχαν διαταράξει συθέμελα το εσωτερικό μέτωπο. Έτσι τον Φεβρουάριο του 1825 ένας νέος τεράστιος κίνδυνος παρουσιάστηκε με τη μορφή εισβολής του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο με την ιδιότητα του νέου βαλή του Μοριά.
![]() |
| Η Έξοδος του μπρικίου "Άρης" από τη Σφακτηρία |
Η αιγυπτιακή απόβαση στη Μεθώνη βρήκε την ελληνική πλευρά αποδιοργανωμένη και απολύτως διχασμένη λόγω του τραγικού δευτέρου εμφυλίου που μόλις είχε τερματιστεί τον Ιανουάριο του 1825. Η φυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Ύδρα είχε ως συνέπεια ένα τεράστιο έλλειμμα ηγεσίας που αποδυνάμωσε δραματικά την ελληνική άμυνα στην Πελοπόννησο σε συνδυασμό και με την εμφανή ανικανότητα της κυβέρνησης Κουντουριώτη – Μαυροκορδάτου - Κωλέττη να αντιμετωπίσει την επικείμενη απειλή. Στη Μεσσηνία αρχές 1825 στάθμευαν 8.000 εμπειροπόλεμα στρατεύματα (κυρίως Ρουμελιωτών που συμμετείχαν στις συγκρούσεις του δευτέρου εμφυλίου) υπό τις διαταγές ικανότατων οπλαρχηγών (Γ. Καραϊσκάκης, Κ. Μπότσαρης, Κ. Τζαβέλλας, Α. Καρατάσος, Β. Μαυροβουνιώτης, Ι. Μακρυγιάννης, Ι. Μαυρομιχάλης, Π. Γιατράκος). Εντούτοις, το διοικητικό χάος και η τραγική διαχείριση σε τακτικό επίπεδο από την κυβερνητική πλευρά δεν επέτρεψε συντονισμένη δράση. Έτσι οι μόλις 5.500 (ή 4.500) Αιγύπτιοι του πρώτου αποβατικού κύματος (προερχόμενου από την Κρήτη), αφού διέφυγαν της προσοχής του ελληνικού στόλου που αδυνατούσε να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα μέσα στον χειμώνα, αποβιβάστηκαν ανενόχλητοι στις 12 Φεβρουαρίου 1825 και εγκατέστησαν προγεφύρωμα στην περιοχή Μεθώνης – Κορώνης. Στη συνέχεια, αφού ενισχύθηκαν με άλλες 6.500 (ή 7.500) στις 5 Μαρτίου, πολιόρκησαν το Νεόκαστρο (Πύλος-Ναβαρίνο). Ο Ιμπραήμ αφού νίκησε τα ελληνικά σώματα στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου), ενισχυμένος με επιπλέον 4.000 στρατό στις 19 Απριλίου (αγγίζοντας συνολικά τις 16.000), προχώρησε στην κατάληψη της Σφακτηρίας (26 Απριλίου) ενώ το Παλαιόκαστρο (στις 28 Απριλίου) και το Νεόκαστρο (στις 11 Μάϊου) παραδόθηκαν μετά από δίμηνη επική πολιορκία. Παρά τις μέχρι τότε αιγυπτιακές απώλειες ανερχόμενες σε περίπου 4.000, το τρίγωνο Μεθώνη – Κορώνη – Ναβαρίνο αποτέλεσε στο εξής ένα ασφαλές προγεφύρωμα στη νοτιοδυτική Μεσσηνία, που μαζί με την υπό σουλτανικό έλεγχο Πάτρα απειλούσε επικίνδυνα το εσωτερικό της Πελοποννήσου.[2]
![]() |
| Η προέλαση του Ιμπραήμ το 1ο τετράμηνο |
Μετά τη νίκη του στο Μανιάκι (20 Μαΐου) ο Ιμπραήμ, αφού κατέλαβε την Καλαμάτα (28 Μάϊου), εισέβαλε στην Αρκαδία. Ο Κολοκοτρώνης που απελευθερώθηκε από την Κυβέρνηση μόλις στις 17 Μάϊου, αντέταξε ισχυρή άμυνα στην Τραμπάλα (5-7 Ιουνίου) μη αποτρέποντας όμως την κατάληψη της Τρίπολης από τους Αιγυπτίους (11 Ιουνίου). Η ραγδαία εχθρική προέλαση ανεκόπη με την ανέλπιστη νίκη στους Μύλους της Λέρνας λίγο έξω από το Ναύπλιο (13 Ιουνίου). Στις 20-23 Ιουνίου επιπλέον 6.000 στρατός έφτασε από την Κρήτη στο Ναβαρίνο. Οι νέες νίκες του Ιμπραήμ στα Τρίκορφα (23-24 Ιουνίου), την Αλωνίσταινα (2-3 Ιουλίου) και τα Βέρβαινα (10 Ιουλίου) και οι τεράστιες καταστροφές που προκάλεσε στην ορεινή Αρκαδία και την ανατολική Λακωνία, απέδειξαν ότι ο εχθρικός στρατός (λόγω των Ευρωπαίων αξιωματικών που τον διοικούσαν αλλά και της υπεροχής του σε οπλισμό, εκπαίδευση, ηγεσία, εφοδιασμό), παρά τις βαριές απώλειες, ήταν ακαταμάχητος σε εκ παρατάξεως μάχη.[3] Επιπλέον και η γραμμή ανεφοδιασμού του (Αλεξάνδρεια – Σούδα – Ναβαρίνο) παρέμενε ουσιαστικά απρόσβλητη μολονότι οι ελληνικές ναυτικές μοίρες κατέβαλαν ηρωικές προσπάθειες για να αναχαιτίσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο.[4] Έτσι ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε στο εξής να διεξάγει έναν ανηλεή κλεφτοπόλεμο στην Αρκαδία με ενέδρες και νυχτερινές επιθέσεις σε απομονωμένες θέσεις και τμήματα (Ίσαρη, Χρυσοβίτσι, Πιάνα, Δαβιά) με σκοπό να φθείρει ανεπανόρθωτα τον εχθρό επιφέροντάς του τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες.
![]() |
| Οι οχυρώσεις του Μεσολογγίου |
Στις 24 Οκτωβρίου 1825 έφτασαν στο Ναβαρίνο νέες αιγυπτιακές δυνάμεις (10.000 ανδρών) που ενίσχυσαν καθοριστικά τον Ιμπραήμ, όταν τον Δεκέμβριο του 1825 ενεπλάκη με 15.000 στρατό στην πολιορκία του Μεσολογγίου ενισχύοντας τον ήδη καταπονημένο Κιουταχή. Η αιγυπτιακή παρέμβαση συντέλεσε καθοριστικά στην πτώση της ηρωικής πόλης τον Απρίλιο του 1826 με τρομακτικές όμως απώλειες άνω του 50% για το εκστρατευτικό σώμα.[5]
![]() |
| η αιγυπτιακή εισβολή στη Μάνη το 1826 |
Επιστρέφοντας ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και αντιμετωπίζοντας εκ νέου τη σφοδρή αντίσταση των Ελλήνων, αντέδρασε με την ολοσχερή καταστροφή ολόκληρων επαρχιών (Ηλεία, ορεινή Αχαΐα - Καλάβρυτα, Τριφυλία, Κυνουρία, Μεσσηνία). Τον Ιούνιο και τον Αύγουστο του 1826 απέτυχε να καταλάβει τη Μάνη ενώ και στα τρία μέτωπα εισβολής (Βέργα, Διρός, Πολυάραβος) υπέστη πανωλεθρία από τους ηρωικούς Μανιάτες με τεράστιο κόστος σε άνδρες.[6] Τέλη Απριλίου 1827 ηττήθηκε με σοβαρές απώλειες σε σειρά μαχών στην ορεινή Τριφυλία ενώ και η επίθεση στην Ι.Μ Μεγάλου Σπηλαίου (24 Ιουνίου 1827) αποκρούστηκε από τα ελληνικά σώματα και τους ένοπλους μοναχούς.
Οι σφαγές όμως, οι αιχμαλωσίες, οι εκτεταμένες καταστροφές (ιδίως σε Ηλεία και Μεσσηνία), η ασύλληπτη βία αλλά και τα σχέδια του Ιμπραήμ για ολοσχερή εξάλειψη του ελληνικού στοιχείου στον Μοριά με μαζικό εξανδραποδισμό και μεταφορά του στην Αίγυπτο σε συνδυασμό με εποικισμό της περιοχής από φελάχους, οδήγησαν πολλές περιοχές στο «προσκύνημα» που αντιμετώπισε με επιτυχία ο Γέρος του Μοριά αντιτάσσοντας το εμβληματικό σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».
Έτσι όχι μόνον δεν έσβησε η επαναστατική εστία στην Πελοπόννησο αλλά η πεισματική ελληνική άμυνα δεν επέτρεψε στον Ιμπραήμ να ελέγξει ποτέ τις περιοχές ανατολικά της γραμμής Μάνη – παραλιακή Αρκαδία – Αργολίδα – Κορινθία και κυρίως να καταλάβει την έδρα της Κυβέρνησης, το Ναύπλιο. Συνεπώς η αδυναμία υποταγής της Πελοποννήσου δεν του επέτρεπε να συγκεντρώσει τις απαραίτητες δυνάμεις για την αποφασιστική απόβαση σε Ύδρα και Σπέτσες που θα σηματοδοτούσε το τέλος της Επανάστασης. Στην αδιέξοδη και λίαν αιματηρή πλέον εκστρατεία της Πελοποννήσου είχαν ήδη εμπλακεί τα 7 από τα συνολικά 12 συντάγματα τακτικού πεζικού του αιγυπτιακού στρατού χωρίς καμία προοπτική νίκης (οι τελευταίες ενισχύσεις 5.000 ανδρών έφτασαν στο Ναβαρίνο μεταξύ 26-28 Αυγούστου 1827).[7] Επιπλέον στις αρχές Απριλίου 1827 το ενδεχόμενο ήττας του Κιουταχή από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στο μέτωπο της Αττικής φάνταζε εξαιρετικά πιθανό. Η λύση της πολιορκίας της Ακροπόλεως και η εκδίωξη του Οθωμανού στρατάρχη από την Αττική θα οδηγούσε αυτονόητα σε επέμβαση του Καραϊσκάκη στον Μοριά σε βοήθεια του Κολοκοτρώνη, όπως εξάλλου προκύπτει από την αλληλογραφία των δύο ανδρών. Συνεπώς η θέση του Ιμπραήμ – και λόγω των τεράστιων απωλειών που είχε υποστεί - καθίστατο λίαν επισφαλής.
![]() |
| Η ναυμαχία του Ναβαρίνου |
Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, την ήττα στο Φάληρο (24 Απριλίου 1827) και την παράδοση της Ακρόπολης (24 Μαΐου), η παρέμβαση των τριών Δυνάμεων στην ελληνική υπόθεση με την Ιουλιανή Συνθήκη (24 Ιουνίου / 6 Ιουλίου 1827) οδήγησε στην ολοσχερή καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου στο Ναβαρίνο (8/20 Οκτωβρίου 1827). Ο Ιμπραήμ μετά τις 16 Φεβρουαρίου 1828 αποχώρησε και από την Τρίπολη περιοριζόμενος πλέον στο ασφαλές τρίγωνο Μεθώνης – Κορώνης – Ναβαρίνου ενώ αποδυναμώθηκε κι άλλο τον Μάιο-Ιούνιο με τη μαζική λιποταξία 3.800 Αλβανών μισθοφόρων, την έλλειψη ανεφοδιασμού και την επιδημία πανώλης.[8] Στις 7/19 Ιουλίου 1828 στη συμμαχική Διάσκεψη του Λονδίνου αποφασίστηκε η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος 13.000 ανδρών υπό τον στρατηγό Maison στον Μοριά για την εκκένωσή του από τους Αιγυπτίους. Με τη Συνθήκη της Αλεξάνδρειας (28 Ιουλίου / 9 Αυγούστου 1828) και την απόβαση στις 17 Αυγούστου των πρώτων γαλλικών τμημάτων στη Μεσσηνία, ο Ιμπραήμ και οι εναπομείνασες σε άθλια κατάσταση αιγυπτιακές δυνάμεις (17-18.000 περίπου εκ των οποίων λιγότεροι από 11.000 ένοπλοι) αποχώρησαν από την Πελοπόννησο για την Αίγυπτο μεταξύ 4 - 23 Σεπτεμβρίου 1828 μετά από 4 σχεδόν χρόνια έχοντας αποτύχει πλήρως σε σχέση με τον αρχικό τους στόχο και τις υπερφίαλες προσδοκίες.[9] Οι εναπομείνασες αιγυπτιακές φρουρές (συνολικά 1.600 - 2.500 άνδρες) στο Ναβαρίνο, τη Μεθώνη και την Κορώνη παραδόθηκαν μεταξύ 24-27 Σεπτεμβρίου όπως και οι αντίστοιχες οθωμανικές (2.800 άνδρες) σε Πάτρα (25 Σεπτεμβρίου) και Ρίο (18 Οκτωβρίου).
![]() |
| Η απελευθέρωση της Πάτρας από τον Maison |
Ο «αφρικανικός σιμούν» αποτέλεσε πράγματι το διάστημα 1825-1828 θανάσιμο κίνδυνο για την ελληνική Επανάσταση την οποία έφθειρε ανεπανόρθωτα, την απείλησε με ολοσχερή ήττα αλλά στην πραγματικότητα δεν την νίκησε. Ο πολυδιαφημισμένος αιγυπτιακός στρατός, με δυτικού τύπου οργάνωση ήταν πολυπληθής, έμπειρος, πειθαρχημένος, αξιόμαχος, καλά εξοπλισμένος, άριστα εκπαιδευμένος και διοικούμενος από Ευρωπαίους αξιωματικούς, βετεράνους των Ναπολεόντειων πολέμων, υπό τη στιβαρή ηγεσία του Ιμπραήμ πασά, ενός εξαιρετικού στρατηγού με πολεμική εμπειρία, που είχε υποτάξει τα προηγούμενα χρόνια με ευκολία τους Βαχαβίτες στην Αραβική χερσόνησο και τις φυλές στο Σουδάν. Ένα εκστρατευτικό σώμα με συνεχή ανεφοδιασμό από την Αλεξάνδρεια και τη Σούδα, παρά τις αρχικές εντυπωσιακές επιτυχίες και τον συντριπτικά υπέρ του συσχετισμό δύναμης επί του πεδίου, εγκλωβίστηκε στο μέτωπο της Πελοποννήσου υφιστάμενο τρομακτικές απώλειες, περιήλθε σε πλήρες αδιέξοδο και τελικά απέτυχε πλήρως επί τέσσερα χρόνια να καταστείλει την Επανάσταση στον Μοριά.
Η απάντηση στο «παράδοξο» αυτό ίσως κρύβεται στο βαθύτερο περιεχόμενο του συνθήματος «Ελευθερία ή Θάνατος» που ενέπνεε την ψυχή και το ανυπότακτο πνεύμα των χιλιάδων απλών ανώνυμων αγωνιστών που με καρτερία και μαχητικότητα, υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του Κολοκοτρώνη και των άλλων αρχηγών, έφθειραν επί τέσσερα χρόνια ανεπανόρθωτα τον εισβολέα και τον έφεραν μπροστά στο φάσμα μιας ολοσχερούς ταπεινωτικής ήττας κερδίζοντας «δια της σπάθης και δια θυσιών ακαταλογίστων» σύμφωνα με τον Δ. Βικέλα λίγα χρόνια μετά την πολυπόθητη Ανεξαρτησία.
** όλες οι ημερομηνίες που αναφέρονται αφορούν το παλιό ιουλιανό ημερολόγιο
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979.
Αλεξανδρής Κωνσταντίνος Α., Αι ναυτικαί επιχειρήσεις του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος 1821-1829, έκδοσις «Ναυτικής Επιθεωρήσεως», Αθήνα 1930.
Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ΄, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1986.
Θεοφανίδης Ιωάννης, Ο αγών της ανεξαρτησίας. Ιστορία του ελληνικού ναυτικού Σεπτέμβριος 1824 - Απρίλιος 1826. Νεόκαστρον – Καφηρεύς – Αλεξάνδρεια – Μεσολόγγιον, έκδοσις «Ναυτικής Επιθεωρήσεως», Αθήνα 1932.
Κόκκινος Διονύσιος Α., Η Ελληνική Επανάστασις, τόμοι Δ΄- ΣΤ΄, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 61974.
Μεταλληνός Κωνσταντίνος, Ο ναυτικός πόλεμος κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821-1829, τόμοι Α΄- Β΄, Andy’ s Publishers, Αθήνα 2016.
Μίχος Αρτέμιος Ν., Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινές άλλες σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου αγώνος αναγόμεναι, Αθήνα 1883.
Σακελλαρίου Μιχαήλ Β., Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης 24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016.
Σαχτούρης Γεώργιος, Πολεμικό Ημερολόγιο του βεργαντίνου «Αθηνά» Υποναυαρχίδος του Ελληνικού στόλου το 1821, Σαπρανίδης Δημήτριος (επιμ.), Βεργίνα, Αθήνα 2005.
Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Γ΄, εκδόσεις Γιοβάνη, Αθήνα 1978.
Φραντζής Αμβρόσιος, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1837, τόμοι Γ΄- Δ΄, τυπογραφείο Κ. Ράλλη, Αθήνα 1841.
Χαρλαύτη Τζελίνα – Γαλάνη Κατερίνα (επιμ.), Ο εμπορικός και πολεμικός στόλος κατά την Ελληνική Επανάσταση (1821-1831), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.
Durand-Viel Georges Edmond Just, Les campagnes navales de Mohammed Aly et d'Ibrahim, Vol. 1-2, Imprimerie Nationale, Paris 1937.
Gordon Thomas F.R.S., History of the Greek Revolution, Vol. II, W. Blackwood & Sons, Edinburgh & London 1832.
Hertzberg Gustav-Friedrich, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μτφρ. Παύλου Καρολίδη, τόμοι 1-4, εκδόσεις Γ. Δ. Φέξη, Αθήνα 1916.
Jurien de la Graviere Jean Pierre Edmond, Ιστορία του υπέρ ανεξαρτησίας των Ελλήνων αγώνος κυρίως του ναυτικού, μετάφραση Κωνσταντίνου Ν. Ράδου, εκδότης Ιωάννης Νοτάρης, Αθήνα 1894.
Mazower Mark, The Greek Revolution: 1821 and the Making of Modern Europe, Penguin Press, 2021.
[1] Η αιγυπτιακή εμπλοκή στην ελληνική Επανάσταση το 1821-1822 συνίστατο στην αποστολή μικρών ναυτικών μοιρών (καταστροφή του Γαλαξιδίου 23 Σεπτεμβρίου 1821) για ενίσχυση του σουλτανικού στόλου. Την περίοδο 1822-1823 μεταφέρθηκε τμηματικά 20.000 αιγυπτιακός στρατός στην Κρήτη για την καταστολή της Επανάστασης στο νησί. Τον Μάιο του 1824 οι Αιγύπτιοι κατέστρεψαν την Κάσο ενώ την περίοδο Ιουλίου-Νοεμβρίου 1824 εκστρατευτικό σώμα δυνάμεως 26.000 που επέβαινε στην τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα αναχαιτίστηκε από τον ελληνικό στόλο στις μεγάλες ναυμαχίες (Σάμου, Κω-Αλικαρνασσού, Γέροντα, Μυτιλήνης, Ηρακλείου) υφιστάμενο απώλειες περίπου 8.000 ανδρών.
[2] Βακαλόπουλος, τόμος Ζ΄, σελ. 97.
[3] Hertzberg, τόμος Γ΄, σελ. 31 με αναφορά σε αιγυπτιακό στρατό 16.000 ανδρών από τις 22.000 που είχαν αποβιβαστεί μέχρι τότε συνολικά.
[4] Για τις ναυτικές επιχειρήσεις στο Μεσολόγγι βλ. http://www.varsos1821.gr/2021/11/1825-1826.html, για τη δράση των πυρπολικών βλ. http://www.varsos1821.gr/2021/07/1821-1829_21.html και για τις ναυτικές επιδρομές στην Αλεξάνδρεια 1825 & 1827 βλ. http://www.varsos1821.gr/2024/01/1825-1827.html.
[5] Gordon, Vol. II, σελ. 315.
[6] Mazower, σελ. 373 και Βακαλόπουλος, τόμος Ζ΄, σελ. 580-590 με αναφορά σε απώλειες και την τραγική κατάσταση του αιγυπτιακού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο τον Οκτώβριο του 1826 και Hertzberg, τόμος Γ΄, σελ. 95 αναφορά σε Νοέμβριο 1826.
[7] Ο Ali Fuat Orenc κάνει αναφορά για 8.000 νέο στρατό συνολικά, προσθέτοντας επιπλέον 3.200 άνδρες πέραν του 10ου Συντάγματος Πεζικού (3.700), ιππικού (500) και Αλβανών (600).
[8] Οι Βακαλόπουλος, τόμος Ζ΄, σελ. 574 και Τρικούπης, τόμος Δ΄, σελ. 300 κάνουν αναφορά σε 40.000 συνολικά Αιγυπτίους που αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο σε όλες τις φάσεις.
[9] Graviere J., σελ. 322 και Φραντζής, τόμος Γ΄, σελ. 76 και τόμος Β΄, σελ. 324.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου