Τετάρτη, 7 Απριλίου 2021

Η ναυμαχία των Πατρών (20 Φεβρουαρίου 1822)


 

του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου-Ιστορικού Ερευνητή

     Μετά την πτώση της Τρίπολης (23 Σεπτεμβρίου 1821) και την παράδοση του Ακροκορίνθου (14 Ιανουαρίου 1822) το σύνολο σχεδόν των τουρκικών φρουρίων στον Μοριά βρισκόταν στα χέρια των επαναστατών. Έμεναν όμως ακόμη υπό οθωμανικό έλεγχο τα ισχυρά κάστρα των Πατρών και του Ναυπλίου όπως και αυτά της Μεθώνης και της Κορώνης. Αρχές 1822 έληξε η μείζονος σημασίας σύγκρουση που μαινόταν στην Ήπειρο από τον Ιούλιο του 1820 ανάμεσα στον φιλόδοξο ισχυρό πασά των Ιωαννίνων, Αλή Τεπελενλή, και τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄. Η πτώση του Αλή και η δολοφονία του στις 24 Ιανουαρίου, θα αποδέσμευε δεκάδες χιλιάδες στρατού, που υπό τον μόρα-βαλεσή, Αχμέτ Χουρσίτ, ήταν απασχολημένος μέχρι τότε στο μέτωπο των Ιωαννίνων, γεγονός που βοηθούσε τα μέγιστα την ελληνική υπόθεση. Έπρεπε λοιπόν προτού εκδηλωθεί η κάθοδος των τουρκικών δυνάμεων προς νότο με στόχο την ανακατάληψη της Τρίπολης, να ανεφοδιαστούν μέσω του στόλου τα σημαντικά κάστρα του Μοριά, ιδίως του Ναυπλίου και της Πάτρας, που πολιορκούνταν έστω και χαλαρά από τους Έλληνες. Υπό το νέο καπουδάν πασά (από το Νοέμβριο είχε οριστεί ο Νασούχ Ζαντέ Καρά Αλής) το σουλτανικό ναυτικό ετοιμάστηκε για να υλοποιήσει τα σχέδια.

Στις 24 Ιανουαρίου εξήλθε των Στενών ο οθωμανικός στόλος με κατεύθυνση τα δυτικά παράλια της Πελοποννήσου και την Πάτρα υπό τον πατρονά-μπέη (αντιναύαρχο) Καρά Πεπέ Αλή. Αποτελούνταν από 65-72 σκάφη εκ των οποίων 7 φρεγάτες, 6 κορβέτες, 23 μπρίκια και γολέτες και 29 μεταγωγικά (ή σύμφωνα με άλλες πηγές από 8 μεγάλα δίκροτα*, 3 φρεγάτες*, 4 κορβέτες*, 41 μπρίκια* και γολέτες* και 16 μεταγωγικά). Στην αρμάδα συμπεριελαμβανόταν και μια αιγυπτιακή μοίρα 14 πλοίων υπό τον Ισμαήλ Γιβραλτάρ και μια άλλη 6 πλοίων από τα βορειο-αφρικανικά οτζάκια (Αλγέρι, Τύνιδα, Τριπολίτιδα) υπό τον Χαλήλ μπέη. Αποστολή της ήταν να εφοδιάσει τα τουρκικά κάστρα του Μοριά και να αποβιβάσει στην Πάτρα 4.000 ασιατικά στρατεύματα με 20 κανόνια υπό τον Καρά Μεχμέτ (Κακλαμάν) πασά, πρώην φρούραρχο Δαρδανελλίων και διοικητή του στόλου του Ευξείνου Πόντου, και νυν αρχηγό των αποβατικών δυνάμεων, που θα ερχόταν από το στρατόπεδο του Χουρσίτ στα Γιάννενα, για ενίσχυση της φρουράς της πόλης. Μέχρι τότε περίπου 3.000 ένοπλοι υπό τον ικανότατο Γιουσούφ Σελήμ πασά Σερεσλή, που είχε φτάσει κι αυτός από τα Γιάννενα τον περασμένο Απρίλιο, σήκωναν το βάρος της υπεράσπισης των Πατρών και του Ρίου από τα ελληνικά σώματα που τους πολιορκούσαν.

Τα Ψαρά έμαθαν πρώτα για την επικείμενη έξοδο της εχθρικής αρμάδας και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να την πλήξουν με δύο πυρπολικές επιθέσεις πλησίον των Στενών (στις 14 και 24 του μήνα). Μια ψαριανή μοίρα υπό τον Ν. Αποστόλη (14 μπρίκια ένα μίστικο και ένα πυρπολικό) ετοιμάστηκε να την ακολουθήσει αποπλέοντας στις 30 του μήνα ενώ ήδη είχαν ενημερωθεί η Ύδρα και οι Σπέτσες.

Στις 29 του μηνός ο οθωμανικός στόλος ανεφοδίασε τη Μεθώνη (η τρικυμία δεν επέτρεψε τον ανεφοδιασμό και της Κορώνης) και την επομένη διενήργησε απόβαση στο Νιόκαστρο (800 άνδρες υποστηριζόμενοι και από 1.200 Τούρκους της Μεθώνης), προσπάθεια που αναχαιτίστηκε από τη μικρή ελληνική φρουρά των 180 ανδρών και τους 50 φιλέλληνες υπό τον στρατηγό Κ. Νόρμαν. Το απόγευμα, 2 Φεβρουαρίου, μέσω τρικυμίας, αγκυροβόλησε στη Ζάκυνθο για ανεφοδιασμό και επισκευές, γενόμενος δεκτός από τη βρετανική διοίκηση των Ιονίων που τηρούσε προκλητικά φιλοτουρκική στάση.

Στις 3 Φεβρουαρίου η ψαριανή μοίρα έφτασε στην Ύδρα και στις 9 στην Ελαφόνησο αναμένοντας τα υδραιο-σπετσιώτικα πλοία που ετοιμαζόταν. Επρόκειτο για 24-25 υδραίικα μπρίκια υπό την ηγεσία των Α. Μιαούλη, Λ. Πινότση και Ιω. Βούλγαρη και άλλα 20 σπετσιώτικα και ένα πυρπολικό, υπό τον Γκίκα Τσούπα, που  απέπλευσαν στις 8 Φεβρουαρίου για τον Πατραϊκό κόλπο. Οι 3 μοίρες ενώθηκαν 7 μέρες μετά έξω από τα μεσσηνιακά παράλια, στη νήσο Πρώτη, και κινήθηκαν βόρεια εν μέσω σφοδρής θαλασσοταραχής προς το στενό της Ζακύνθου αναζητώντας τον εχθρό.

Η οθωμανική αρμάδα από τη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε 4 (ή σύμφωνα με άλλες πηγές 11) μέρες, προσέγγισε την Πάτρα, αποβίβασε τα στρατεύματα του Καρά Μεχμέτ ενισχύοντας τη φρουρά της πόλης και αγκυροβόλησε στη Ναύπακτο για ασφάλεια. Στις 16 Φεβρουαρίου οι ελληνικές μοίρες έφτασαν στο Μεσολόγγι λόγω κακοκαιρίας όπου ο Α. Μιαούλης ανακηρύχτηκε άτυπα ναύαρχος όλου του τρινήσιου στόλου, ενώ ο Καρά Πεπέ Αλής μετακινήθηκε ξανά στην Πάτρα για να ελέγχει την παρουσία των απέναντί του εχθρικών πλοίων.

Την Κυριακή το απόγευμα, στις 19 του μήνα, έγινε σύσκεψη όλων Ελλήνων πλοιάρχων στο καράβι του Γκ. Τσούπα όπου ο Μιαούλης εξέθεσε το σχέδιό του αντιλαμβανόμενος το κλίμα ενθουσιασμού που επικρατούσε μεταξύ των πληρωμάτων για μια άμεση και νικηφόρα σύγκρουση με τον εχθρό. Αυτό προέβλεπε μια ταχεία και αιφνιδιαστική επίθεση το άλλο πρωί εναντίον του οθωμανικού στόλου μέσα στο αγκυροβόλιό του, στο λιμάνι των Πατρών, προτού προλάβει να καταφύγει ανατολικά στη Ναύπακτο και στην ασφάλεια που του παρείχαν τα στενά Ρίου-Αντιρρίου. Ο Μιαούλης επενδύοντας στη γενναιότητα, τη ναυτοσύνη και την αποφασιστικότητα των πληρωμάτων του εκτίμησε, ορθά όπως απεδείχθη, ότι η σφοδρή θαλασσοταραχή, παρά τις δυσκολίες, θα ευνοούσε το τρινήσιο ναυτικό.

Τα ξημερώματα της Δευτέρας, 20 Φεβρουαρίου, στις 03:00 το πρωί τα 60 περίπου ελληνικά πλοία απέπλευσαν από το Μεσολόγγι και κινήθηκαν προς την Πάτρα, με τα πυρπολικά να δυσκολεύονται να ακολουθήσουν λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, ενώ τον προπορευόμενο Μιαούλη μετά βίας ακολουθούσαν συντονισμένα μόλις 13 καράβια. Ο σουλτανικός στόλος, όταν έγινε αντιληπτή αυτή η κίνηση, περιήλθε σε απόλυτο αιφνιδιασμό και αταξία μέσα στο λιμάνι της Πάτρας προβαίνοντας σε βίαιη αποκοπή των αγκυρών ώστε να αποφύγει να δεχτεί τα εχθρικά πυρά ενώ βρισκόταν αγκυροβολημένος και προσπάθησε να συντονίσει μια οργανωμένη έξοδο των πολεμικών του στην κατεύθυνση της επίθεσης. Τελικά 36 περίπου πλοία κινήθηκαν εκτός λιμένος, δυτικά, για να συναντήσουν τα προπορευόμενα ελληνικά. Γύρω στις 07:00 οι 2 στόλοι άρχισαν να ανταλλάσσουν σφοδρά πυρά εν μέσω τρικυμίας που εμπόδιζε ακόμη και τη στοιχειώδη κίνηση των σκαφών (ενδεικτική είναι η αναφορά των 5 Ελλήνων ναυάρχων ότι τα μισά (!) ελληνικά πλοία δεν μπόρεσαν καν να λάβουν μέρος στην ανταλλαγή πυρών). Το πλοίο μάλιστα του Μιαούλη μπαίνοντας κάθετα στην ουρά του εχθρικού σχηματισμού ναυμάχησε με δύο εχθρικές φρεγάτες ταυτόχρονα επιδεικνύοντας εξαιρετική αποφασιστικότητα και επιμονή. Μετά από 6ωρη σύγκρουση και καθώς πολλά από τα συμμετέχοντα καράβια υπέστησαν βλάβες που έκαναν επικίνδυνη ακόμα και την πλεύση τους στην τρικυμιώδη θάλασσα λόγω των φοβερών κλυδωνισμών, ο οθωμανικός στόλος κατέφυγε το μεσημέρι στην Πάτρα έχοντας υποστεί σοβαρές ζημιές (μια φρεγάτα σχεδόν κατεστραμμένη) και απώλειες της τάξεων των 80-130 νεκρών. Ο ελληνικός με μόλις  έναν νεκρό (ο Σπ. Τρικούπης αναφέρει 3) και 20 τραυματίες παρέμεινε αρχικά στη γραμμή Μεσολόγγι-Άραξος και ύστερα αγκυροβόλησε στην Κυλλήνη για επισκευές και περίθαλψη των τραυματιών. Την ίδια νύχτα ο Καρά Πεπέ Αλής, φοβούμενος νέα επίθεση, κατευθύνθηκε στη Ζάκυνθο, επιζητώντας την προστασία της βρετανικής διοίκησης των Ιονίων, δεχόμενος μάλιστα πυρά από τα εκεί αγκυροβολημένα αγγλικά και αυστριακά πλοία που αιφνιδιάστηκαν μέσα στο σκοτάδι εκλαμβάνοντάς τον ως εχθρό. Κατά την προσέγγιση στο λιμάνι δύο τουρκικά προσάραξαν στα αβαθή και τα βράχια και μια φρεγάτα με ζημιές από τη ναυμαχία καταστράφηκε μάλλον εντελώς.

Για δύο μέρες ο ελληνικός στόλος έχοντας ως βάση το Κατάκολο, όπου είχε αγκυροβολήσει από το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου και ενώ μόλις 45 αξιόπλοα πλοία του είχαν παραμείνει στην περιοχή, περιπολούσε ανοιχτά της Ζακύνθου για να εμποδίσει τη διαφυγή του εχθρού προς νότον. Αντιμετωπίζοντας όμως την εχθρότητα των Άγγλων που απαίτησαν με ένα μπρίκι τους την άλλη μέρα την απομάκρυνσή του από τα νερά των Ιονίων, κατέφυγε το απόγευμα της 24ης του μηνός εκ νέου στο Μεσολόγγι αναμένοντας ματαίως την πιθανή επιστροφή της αρμάδας στην Πάτρα. Και ενώ ο Μιαούλης επεδίωκε μια νέα ναυτική αναμέτρηση, ο Οθωμανός αντιναύαρχος προτίμησε τη φυγή, και από τη Ζάκυνθο, πλέοντας τη νύχτα νότια, επέστρεψε χωρίς να αναλάβει άλλη δράση δια μέσου του Αιγαίου στα Στενά, ηττημένος και ταπεινωμένος. Τα ελληνικά πλοία, στις 25 του μήνα, αγνοώντας την πορεία του Καρά Πεπέ Αλή, αφού ανεφοδίασαν το Μεσολόγγι, επιτέθηκαν το μεσημέρι στα εναπομείναντα τουρκικά μεταγωγικά στην Πάτρα που όμως διέφυγαν στη Ναύπακτο.

Μετά από 3 μέρες και αφού έγινε αντιληπτή η απουσία αντιπάλου στον ευρύτερο χώρο του Πατραϊκού, 35 καράβια αποχώρησαν τμηματικά για τον Μαλέα, φοβούμενα πιθανή κίνηση του εχθρικού στόλου προς το Ναύπλιο ή Σπέτσες, ενώ 9 (4 υδραίικα, 3 σπετσιώτικα και 2 ψαριανά) υπό τον Μιαούλη παρέμειναν στο Μεσολόγγι. Αποστολή τους ήταν η περιπολία στη γραμμή Ακαρνανίας-Παξών προς αναζήτηση τουρκικών πολεμικών πλοίων και ο ανεφοδιασμός μέσω Πάργας και Ρηνιάσας του πολιορκημένου Σουλίου, που δεχόταν πλέον τις μαζικές επιθέσεις του Χουρσίτ. Σχέδιο του Μιαούλη για αιφνιδιαστική επίθεση στην τουρκική ναυτική μοίρα του Ιονίου (6 ή 11 πλοία) στον Μούρτο απετράπη στις 6 Μαρτίου μόλις 10 μίλια έξω από τα Σύβοτα, ύστερα από παρέμβαση των Άγγλων που όχι μόνο απαγόρευσαν τον ελληνικό πλού μέχρι το στενό Κέρκυρας-Συβότων αλλά αιχμαλώτισαν και τη γολέτα «Τερψιχόρη» του Αντ. Ραφαήλ. Η μικτή τρινήσια μοίρα παρέμεινε στο Μεσολόγγι μέχρι τις 24 Μαρτίου μεταφέροντας πελοποννησιακά στρατεύματα στη δυτική Στερεά για την επικείμενη εκστρατεία στην Ήπειρο οπότε και επέστρεψε στις βάσεις της.


 Η ναυμαχία της Πάτρας χωρίς να επιφέρει ουσιαστικές απώλειες στην εχθρική αρμάδα σε σχέση με άλλες ναυτικές συγκρούσεις, ήταν η πρώτη εκ παρατάξεως αναμέτρηση του τρινήσιου στόλου με τον οθωμανικό, ο όγκος και η ισχύς του οποίου δεν φόβιζε μεν τα έμπειρα ελληνικά πληρώματα αλλά σίγουρα καθιστούσε επικίνδυνη μια τέτοιου τύπου σύγκρουση. Επιπλέον διεξήχθη υπό σφοδρή θαλασσοταραχή αποκλειστικά με χρήση πυροβολικού και όχι πυρπολικών, η κατασκευή και η χρήση των οποίων δεν είχαν ακόμη τελειοποιηθεί. Κατέδειξε όμως και τα όρια των δυνατοτήτων των μικρών ελληνικών πλοίων απέναντι σε υπερμεγέθη σκάφη, δίκροτα και φρεγάτες, η δύναμη πυρός και το εκτόπισμα των οποίων, έπαιζαν καθοριστικό ρόλο κάτω από τόσο δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Αν και δεν απετράπη η απόβαση των τουρκικών στρατευμάτων που ενίσχυσαν καθοριστικά την άμυνα της Πάτρας για τα επόμενα 3 χρόνια, η εκδίωξη του εχθρικού στόλου από το Ιόνιο, αποτέλεσε μια εντυπωσιακή τακτική νίκη που εν πολλοίς οφείλεται στην τόλμη, τη ναυτική εμπειρία, τη γενναιότητα και την αυτοπεποίθηση των ελληνικών πληρωμάτων αλλά και τον άριστο επιχειρησιακό σχεδιασμό του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη που τον ανέδειξε στην πλέον εξέχουσα ηγετική ναυτική προσωπικότητα του Αγώνα.

* όλες οι ημερομηνίες που αναφέρονται αφορούν το παλαιό ιουλιανό ημερολόγιο 

* αριθμοί πυροβόλων ανά είδος πλοίου: δίκροτα (74-84), φρεγάτες (36-54), κορβέτες (24-32), μπρίκια (12-24), γολέτες (8-12)

  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Τόμος ΙΒ, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1979.

(2) Βακαλόπουλος Απόστολος, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, τόμοι Ε-Η, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1980-88.

(3) Κόκκινος Διονύσιος, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ, τόμοι 1-6, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1957.

(4) Τρικούπης Σπυρίδων, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, τόμοι Α-Δ, εκδόσεις Γιοβάνη, Αθήνα, 1968

(5) Μοσχόπουλος Νικηφόρος, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, εκδόσεις Εύτυπον, Αθήνα, 2003

(6) Μεταλληνός Κωνσταντίνος, Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821-1829, τόμοι Α-Β, Αθήνα, 2016.

(7) Αλεξανδρής Κωνσταντίνος, ΑΙ ΝΑΥΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΑΓΩΝΟΣ 1821-1829, έκδοση Ναυτικής Επιθεωρήσεως, Αθήνα, 1930

(8) Σίμψας Μάριος, ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, τόμος Γ-Δ, εκδόσεις ΓΕΝ, Αθήνα, 1982

(9) Μιαούλης Αντώνιος, ΟΙ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΤΟΥ 1821, εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα, 2001

(10) Λισμάνης Δημήτριος, ΥΔΡΑΙΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΚΑΙ ΝΑΥΜΑΧΟΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ, έκδοση Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού, Αθήνα, 2007

(11) Χατζηαναργύρου Ανάργυρος, ΤΑ ΣΠΕΤΣΙΩΤΙΚΑ – ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ, Πειραιάς, 1925

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στις 7/3/2021 στο ένθετο αφιέρωμα, για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, στην εφημερίδα "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η μάχη της Πέτρας στις 12 Σεπτεμβρίου 1829: η στρατιωτική και διπλωματική σημασία της ελληνικής νίκης

  Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832)   Του Χρόνη Βάρσου Φιλολόγου-ιστορικού ερευνητή  Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 διεξήχθη η νικηφόρα μάχη στη...