Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021

Ο «άγνωστος» Οθωμανο-Περσικός πόλεμος του 1820-1823

Ο σάχης της Περσίας Fath Ali Shah (1797-1834)

   

του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου-Ιστορικού Ερευνητή
 
     Μια άγνωστη πτυχή της Επανάστασης του 1821 αποτελεί και η παράλληλη εμπλοκή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, τα πρώτα δύο κρίσιμα χρόνια του Αγώνα, στα ανατολικά της σύνορα, με τον παραδοσιακό της αντίπαλο, τη σιιτική Περσία του 48χρονου σάχη Fath Ali Shah (1797-1834) της νέας, τουρκο-αζερικής προέλευσης, δυναστείας των Qajar (1794-1925) που διαδέχθηκε εκείνες των Σαφαβιδών, των Αφσαριδών και των Ζαντ. Ο οθωμανο-περσικός πόλεμος που ξέσπασε από τον Οκτώβριο του 1820 έως τον Ιούλιο του 1823, ήταν ο 9ος κατά σειράν από το 1514 όταν συγκρούστηκε για πρώτη φορά ο σουλτάνος Σελήμ Α΄ (Γιαβούζ) με τον σάχη με ελληνικές ρίζες, Ισμαήλ Α΄ των Σαφαβιδών, στο Τσαλντιράν. Ακολούθησαν άλλοι 7 πόλεμοι (1532-35, 1578-90, 1603-18, 1623-39, 1730-36, 1743-46, 1775-76), με τα σύνορα των δύο δυνάμεων να βρίσκονται το 1820 εκεί περίπου που σήμερα ορίζονται τα αντίστοιχα του Ιράν με την Τουρκία και το Ιράκ. Την περίοδο 1804-1813 η Περσία των Qajar, ηττήθηκε από τη Ρωσσική Αυτοκρατορία στον 4ο κατά σειράν ρωσσο-περσικό πόλεμο, και απώλεσε με τη συνθήκη του Γκιουλιστάν (12/24 Οκτωβρίου 1813) το σύνολο σχεδόν των εδαφών της στον Καύκασο (όλο το σημερινό ρωσσικό Νταγεστάν, όλη την ανατολική Γεωργία με την Τιφλίδα, τη βόρεια Αρμενία και το μεγαλύτερο μέρος του Αζερμπαϊτζάν με το Μπακού). Αν και σύμμαχος με τους Οθωμανούς εναντίον των Ρώσσων (παράλληλος ρωσσο-τουρκικός πόλεμος το 1806-1812), η Περσία ετοιμάστηκε για την επόμενη σύγκρουση με τον σουλτάνο, εκσυγχρονίζοντας τον στρατό της με δυτική και ρωσσική βοήθεια τα επόμενα χρόνια.

Η αφορμή ξεκίνησε από τη Βαγδάτη. Από το 1704 η οθωμανική Μεσοποταμία, υπό τη δυναστεία των Μαμελούκων της Βαγδάτης (στρατιωτική κάστα μουσουλμάνων της Γεωργίας), ήταν ουσιαστικά ημι-αυτόνομη. O νέος πασάς της Βαγδάτης, Νταούτ (1816/17-1831) ήταν φιλικά προσκείμενος στον σουλτάνο, με τη βοήθεια του οποίου κατέλαβε την εξουσία σκοτώνοντας τον γαμπρό και προκάτοχό του Σαϊντ (1813-1817), εχθρό της Πύλης, του οποίου ο αδελφός, Σαδίκ μπέης, κατέφυγε τον Απρίλιο του 1820 για προστασία στην Περσία των Qajar. Η σύγκρουση ξεκίνησε, όταν τον Ιούλιο του 1820 ο νέος κυβερνήτης του Ερζερούμ, Μεχμέτ Χοσρέφ πασάς (ο μετέπειτα καπουδάν πασάς στην Ελληνική Επανάσταση), συνέλαβε με τη σύμφωνη γνώμη του Νταούτ, τον Σαδίκ μπέη και τον εκτέλεσε με την κατηγορία ότι οργάνωνε την ένοπλη ανατροπή του πασά της Βαγδάτης υποκινούμενος από την Περσία. Παράλληλα τον Οκτώβριο άρχισαν σοβαρά ένοπλα επεισόδια, όταν ο πασάς του Βαν ενίσχυσε τις αντι-περσικές Κουρδικές συνοριακές φυλές «Sipki» και «Haydaranlu», γεγονός που προκάλεσε μικρής κλίμακας εισβολή του περσικού στρατού από το Ερεβάν που όμως απωθήθηκε από τους Τούρκους. 

Το καλοκαίρι του 1821, ο σουλτάνος ήταν ήδη σε πόλεμο με τον Αλή πασά και η Ελληνική Επανάσταση που είχε ξεσπάσει, πετύχαινε τις πρώτες νίκες της. Ταυτόχρονα όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία τελούσε και υπό την απειλή ενός νέου ρωσσο-τουρκικού πολέμου μετά τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Πετρούπολη λόγω του απαγχονισμού του Πατριάρχη και των σφαγών στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι εκμεταλλευόμενος τη δεδομένη συγκυρία και ενθαρρυμένος από τη ρωσσική διπλωματία, ο περσικός στρατός, τέλη Αυγούστου 1821, εισέβαλε από την Ταυρίδα και το Ερεβάν στην οθωμανική Ανατολία.

Επικεφαλής του εκσυγχρονισμένου περσικού στρατεύματος δυνάμεως 50.000 ανδρών (εκ των οποίων 12.000 τακτικό πεζικό ευρωπαϊκού τύπου) τέθηκε ο 32χρονος γιός του Σάχη και «Πρίγκιπας του Αζερμπαϊτζάν», Abbas Mirza μαζί με τον Χουσεΐν Χαν Γκαζβινί του Ερεβάν. Του οθωμανικού στρατού (60.000 άνδρες) στο βόρειο μέτωπο, ηγούνταν ο Χοσρέφ πασάς του Ερζερούμ, σερασκέρης της ανατολής από τον Οκτώβριο του 1820, ενισχυόμενος από την Κωνσταντινούπολη μέσω Τραπεζούντας, ενώ στο νότιο μέτωπο (σύνορα Μεσοποταμίας-Περσίας) την ηγεσία ανέλαβε ο Νταούτ πασάς της Βαγδάτης με 35.000 στρατό βοηθούμενος μέσω Ντιγιαρμπακίρ και Χαλεπίου.

Μέχρι τον Σεπτέμβριο, ο Abbas Mirza νικώντας τον οθωμανικό στρατό κατέλαβε το Toprakkale (Eleskirt), το Malazgirt (Manzikert) και το Βαν. Τέλη Οκτωβρίου έπεσε και το φρούριο του Bayezid (Dogubeyazit), ενώ εντός Νοεμβρίου 1821 κατελήφθησαν το Μus, το Ahlat και το Bitlis, δυτικά της λίμνης Βαν. Ο ηττημένος οθωμανικός στρατός υποχώρησε στο Ερζερούμ ενώ ο αποτυχημένος Χοσρέφ αντικαταστάθηκε από τον πρώην Μ. Βεζύρη, Μεχμέτ Εμίν Ρεούφ πασά.

Στο νότιο μέτωπο της Μεσοποταμίας εισέβαλε τέλη Σεπτεμβρίου 1821 επικεφαλής 40.000 περσικού στρατού, ο συνομήλικος αδελφός του Abbas Mirza, Muhammad Ali Mirza. Αφού κατέλαβε τη Σουλεϋμανίγια, το Κιρκούκ και τη Σαμάρα, στο σημερινό βόρειο Ιράκ, πολιόρκησε ανεπιτυχώς τον Νταούτ πασά στη Βαγδάτη.  Ο θάνατός του όμως στην Κτησιφώντα στις 22 Νοεμβρίου από χολέρα διέκοψε τις επιχειρήσεις του περσικού στρατού στα τέλη του 1821.

Αρχές Μαΐου του 1822 εκδηλώθηκε η οθωμανική αντεπίθεση στο Toprakkale (Eleskirt), 120km δυτικά του Ερζερούμ, από 60.000 στρατό υπό τον νέο σερασκέρη Μεχμέτ Εμίν Ρεούφ. Η συντριπτική ήττα όμως που υπέστη εκεί από τον Abbas Mirza, οδήγησε τον Ιούνιο στην κατάληψη από τους Πέρσες και του ισχυρού φρουρίου του Καρς. Στις αρχές Αυγούστου ο Abbas Mirza νίκησε για άλλη μια φορά τον οθωμανικό στρατό έξω από το Ερζερούμ αλλά ανέκοψε την προέλασή του λόγω επιδημίας χολέρας.

Η γραμμή Ερζερούμ-Μυς αποτέλεσε και το δυτικότερο όριο προώθησης του περσικού στρατού μέχρι το Φθινόπωρο του 1822. Οι δύο αντίπαλοι εξαντλημένοι πλέον ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ειρήνευσης που κατέληξαν στη συνθήκη του Ερζερούμ στις 16/28 Ιουλίου 1823, που σφράγισε τον οθωμανο-περσικό πόλεμο και επανέφερε τα σύνορα στην προ του 1821 κατάσταση.

Η σχεδόν τριετής εμπλοκή του σουλτάνου στα ανατολικά του σύνορα με την Περσία των Qajar, χωρίς βέβαια τη διάρκεια και την ένταση των προηγούμενων οθωμανο-περσικών πολέμων, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη στερέωση της Ελληνικής Επανάστασης την κρίσιμη περίοδο 1821-1823. Καθώς ενέπλεξε και απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα ευάριθμες οθωμανικές δυνάμεις άνω των 100.000 ανδρών, που θα μπορούσαν ασφαλώς να αποδεσμευτούν και να σταλούν στα πολεμικά μέτωπα της επαναστατημένης Ελλάδας, προσέφερε εμμέσως πολύτιμη υπηρεσία στον Αγώνα.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-Serkan Kececi, The Grand Strategy of the Russian Empire in the Caucasus against Its southern Rivals (1821-1833), London, 2016

-Kaveh Farrokh, Iran at War 1500-1988, N. York, 2011


Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στις 20/3/2021 στην εφημερίδα ΡΗΞΗ (αριθμός φύλλου 166)

https://ardin-rixi.gr/archives/232957

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η μάχη της Πέτρας στις 12 Σεπτεμβρίου 1829: η στρατιωτική και διπλωματική σημασία της ελληνικής νίκης

  Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832)   Του Χρόνη Βάρσου Φιλολόγου-ιστορικού ερευνητή  Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 διεξήχθη η νικηφόρα μάχη στη...