Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2021

Η Φθιώτιδα στα χρόνια της Επανάστασης 1821-1829. Μια συνοπτική παρουσίαση των κυριοτέρων γεγονότων

 

 


του Χρόνη Βάρσου

φιλολόγου-ιστορικού ερευνητή

 Κατά τη μακραίωνη περίοδο της τουρκοκρατίας, υπήρξαν πολλές μεταβολές στη διοικητική κατανομή των περιοχών της Φθιώτιδας, ύστερα από τη σταδιακή κατάκτησή τους την περίοδο 1393-1470. Στις αρχές του 19ου αιώνα (σύμφωνα και με τη ρηματική διακοίνωση του Ιω. Καποδίστρια της 18/30 Οκτωβρίου 1828 προς τους 3 πρέσβεις των συμμαχικών δυνάμεων στον Πόρο), οι περιοχές του καζά της Υπάτης (Πατραντζίκι) και του Δομοκού υπαγόταν στο σαντζάκι της Ναυπάκτου, ενώ η υπόλοιπη Φθιώτιδα (καζάδες Ζητουνίου, Μενδενίτσας, Ταλαντίου, Τουρκοχωρίου) σ’ αυτόν του Ευρίπου με πρωτεύουσα τη Χαλκίδα και κάποιες περιοχές της βορειο-δυτικής Φθιώτιδας κοντά στα Άγραφα, στο σαντζάκι των Τρικάλων. Παράλληλα σε εκκλησιαστικό επίπεδο, στον φθιωτικό χώρο, υπήρχε η μητρόπολη Νέων Πατρών (Υπάτης) και οι επισκοπές Θαυμακού, Ζητουνίου, Μενδενίτσας και Ταλαντίου.

Σ’ όλο το διάστημα των 7 τουρκο-βενετικών πολέμων (1463-1718), η Φθιώτιδα αποτέλεσε τον χώρο στάθμευσης ή διέλευσης μεγάλων οθωμανικών στρατευμάτων προς τα κύρια μέτωπα της Πελοποννήσου ή της δυτικής Ελλάδος, υφιστάμενη ποικίλες ταλαιπωρίες και αντίποινα λόγω των τοπικών εξεγέρσεων. Τη δεκαετία μάλιστα 1687-1697, στα πλαίσια του 6ου τουρκο-βενετικού πολέμου (1684-1699), η ανατολική Στερεά ξεσηκώθηκε με επικεφαλής τον Επίσκοπο Σαλώνων Φιλόθεο και  η οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή απειλήθηκε σοβαρά με επιθέσεις ακόμη και εναντίον της Λαμίας και της Αταλάντης.

Την περίοδο των Ορλωφικών (1770-1774) η περιοχή συμμετείχε, όπως και το σύνολο του ελληνισμού, στη γενικευμένη επανάσταση και υπέστη σοβαρές καταστροφές από τις αλβανικές επιδρομές. Την περίοδο 1788-1820 η Φθιώτιδα στο σύνολό της αποτέλεσε τμήμα του ημι-αυτόνομου κράτους του Αλή πασά.

Οι συνθήκες βίωσης της μακραίωνης σκλαβιάς ήταν οδυνηρές και δεν διέφεραν από αυτές του υπόλοιπου τουρκοκρατούμενου ελληνισμού: αφόρητη καταπίεση των πληθυσμών, βίαιοι εξισλαμισμοί, παιδομάζωμα, μαζικοί εποικισμοί περιοχών με μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ποικίλες βαρβαρότητες, άγρια καταστολή, βαριά φορολογία, συνεχείς αγγαρείες και υποχρεωτική συντήρηση πολυπληθών στρατευμάτων για τις ανάγκες διεξαγωγής των οθωμανικών εκστρατειών.

Όλα αυτά δημιούργησαν τις συνθήκες για να φουντώσει το αδούλωτο φρόνιμα και ο πόθος της ελευθερίας και της αποτίναξης του σουλτανικού ζυγού. Έντονη ήταν η δράση επώνυμων Κλεφτών και Αρματολών στην περιοχή που συγκρούονταν με την οθωμανική εξουσία και προετοίμασαν σταδιακά, μαζί με το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και τη Φιλική Εταιρεία, τον ένοπλο αγώνα του 1821.

Σημαντικό ιστορικό ρόλο διαδραμάτισαν την περίοδο εκείνη και τα μοναστήρια της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Ιερά Μονή Αγάθωνος, χτισμένη σε μια δασώδη πλαγιά της Οίτης, στα 1400 περίπου, από τον μοναχό Αγάθωνα, αποτέλεσε ορμητήριο και καταφύγιο των κλεφτών και των αρματολών της περιοχής. Εκεί καθ΄ όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς λειτουργούσαν Κρυφό Σχολειό και η περίφημη Σχολή Αγάθωνος. Στη σχολή αυτή, που από το 1742 μεταφέρθηκε στην Υπάτη, δίδαξαν επιφανείς λόγιοι της εποχής και εκπαιδεύτηκαν πολλοί μοναχοί, ιερείς και κάτοικοι της γύρω περιοχής.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 και με δεδομένο ότι σημαντικός όγκος σουλτανικού στρατού υπό τον Μόρα-Βαλεσή, Χουρσίτ πασά, αντικαταστάτη του αποτυχόντος Ισμαήλ Πασόμπεη, βρισκόταν στην Ήπειρο για τις επιχειρήσεις εναντίον του αποστάτη Αλή πασά, κύριο στόχο του σουλτάνου αποτέλεσε ο έλεγχος της Πελοποννήσου, ως της πλέον βασικής επαναστατικής εστίας και η προστασία της Τρίπολης που πολιορκούνταν στενά από τον Θ. Κολοκοτρώνη. Έτσι η Λαμία και ο ευρύτερος χώρος της Φθιώτιδας, βόρεια του Σπερχειού, αποτέλεσαν ισχυρή βάση συγκέντρωσης και ανεφοδιασμού όλων των οθωμανικών στρατών, που διαμέσου της ανατολικής Στερεάς, επεδίωκαν την κάθοδο στην Πελοπόννησο, αρχικά για τον απεγκλωβισμό της Τρίπολης και κατόπιν για την ανάκτησή της. Στην περιοχή της Φθιώτιδας έδρασαν σε όλη τη διάρκεια 1821-1829 πολλοί επώνυμοι ηγέτες της επανάστασης: Αθ. Διάκος, Οδ. Ανδρούτσος (το αρχηγείο του ήταν στη Δρακοσπηλιά στην Τιθορέα), Γ. Καραϊσκάκης, Π. Πανουργιάς, Γ. Δυοβουνιώτης, Νικηταράς, Δ. Υψηλάντης, Κ. Τζαβέλας, Γ. Γκούρας, Δ. Σκαλτσάς, Καρατάσος, Γάτσος και άλλοι.

Η επανάσταση στην ανατολική Στερεά και τη Φθιώτιδα αποφασίστηκε στη σύσκεψη των Ρουμελιωτών οπλαρχηγών στη νήσο Λευκάδα στις 30 Ιανουαρίου του 1821 και ορίστηκε η 25η Μαρτίου ως ημέρα του ξεσηκωμού. Τον συντονισμό ανέλαβαν οι Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο αρματωλός των Σαλώνων Πανουργιάς που είχαν διαφύγει (Οκτώβριος 1820) από την αυλή του Αλή πασά, στα πολιορκημένα από τον σουλτανικό στρατό Γιάννενα. Στις 24 Μαρτίου κηρύχθηκε η επανάσταση στη Φωκίδα από τον Πανουργιά στην Ι.Μ Προφήτη Ηλία Σαλώνων και στις 27 του μήνα από τον Αθ. Διάκο στη Λιβαδειά στην Ι.Μ Οσίου Λουκά και μέχρι τις 3 Απριλίου απελευθερώθηκαν τα Σάλωνα, το Λιδωρίκι, το Μαλανδρίνο, η Λιβαδειά και η Θήβα.

Οι ένοπλες συγκρούσεις στη Φθιώτιδα ουσιαστικά ξεκίνησαν με την απελευθέρωση της Αταλάντης (πολιορκία της τουρκικής φρουράς 150 ανδρών υπό τον βοεβόδα Χατζή Μεχμέτ στις 28-31 Μαρτίου από τον Αντώνη Κοντοσόπουλο) και της Μενδενίτσας (πολιορκία φρουράς 150 Τούρκων στις 7-13 Απριλίου από τον Γιάννη Δυοβουνιώτη) και την κατάληψη του Τουρκοχωρίου (περιοχή δίπλα στην Τιθορέα) με φρουρά 100 Τούρκων στις 13 Απριλίου. Έως τα μέσα Απριλίου (μετά και την πτώση του κάστρου των Σαλώνων στις 10 του μήνα) όλη η περιοχή μέχρι την Αλαμάνα ήταν ελεύθερη, με τα δύο βασικά οθωμανικά κέντρα διοίκησης, την Υπάτη και τη Λαμία, να βρίσκονται υπό την απειλή των επαναστατών (συσκέψεις 10-11 Απριλίου Διάκου-Δυοβουνιώτη-Κοντογιάννη σε Κομποτάδες και Αλαμάνα). Τον Απρίλιο του 1821 η κάθοδος τουρκικής στρατιάς 9.000 ανδρών από τα Γιάννενα, υπό τους Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ, οδήγησε, σε νέες συσκέψεις στις Κομποτάδες (14 και 20 Απριλίου) των οπλαρχηγών Αθ. Διάκου, Π. Πανουργιά, Γ. Δυοβουνιώτη και του επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Ακολούθησαν οι μάχες στις 14 Απριλίου στα Καλύβια και τον Σταυρό Λαμίας με τον Κομνά Τράκα και στο Καλαμάκι (Δερβέν Φούρκα) στις 17 του μήνα με την εμπροσθοφυλακή της εχθρικής στρατιάς καθώς και η πρώτη αποτυχημένη πολιορκία της Υπάτης (18 Απριλίου) λόγω της ταχείας καθόδου των Τούρκων. Οι τρεις οπλαρχηγοί έδωσαν την ηρωική μάχη της Αλαμάνας (23 Απριλίου) στην αμυντική τοποθεσία Γοργοπόταμου – Αλεπόσπιτων – Ηράκλειας – Χαλκωμάτας – Ι.Μ Δαμάστας – Αλαμάνας, που οδήγησε στην ήττα, την αιχμαλωσία και τον μαρτυρικό θάνατο του Αθ. Διάκου στη Λαμία. Η ανέλπιστη νίκη όμως του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου) εναντίον του Ομέρ Βρυώνη, αναχαίτισε την τουρκική προέλαση προς τη Βοιωτία. Στις 29 Μαΐου διεξήχθη και η νικηφόρα μάχη στον Αετό Καστανιάς Υπάτης, όπου 600 Έλληνες υπό τους Ν. Πανουργιά, Σαφάκα, Γκούρα και Σκαλτσοδήμο αναχαίτισαν 1.500 Τουρκαλβανούς από την Υπάτη υπό τον Τελεχά μπέη, χωρίς όμως να επιτευχθεί η κατάληψη της πόλης.

Οι Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ από τη Μενδενίτσα στις αρχές Ιουνίου αποφάσισαν  να κινηθούν προς Βοιωτία. Στη θέση Καστράκι (Τιθρώνιο) στο δρόμο Μενδενίτσας-Τιθορέας, ελληνικό σώμα 2.200 ανδρών υπό τους Οδ. Ανδρούτσο και Γ. Δυοβουνιώτη απέτυχε να τους φράξει το δρόμο και υποχώρησε προς Αγόριανη και Τιθορέα. Οι 2 πασάδες έφτασαν στο Τουρκοχώρι και στρατοπέδευσαν αναμένοντας ενισχύσεις ενώ ο Οδ. Ανδρούτσος άρχισε παραπλανητικές επαφές μαζί τους για να καθυστερήσει την κάθοδό τους προς Λιβαδειά που τελικά κατέλαβαν στις 11 Ιουνίου. Το τρίτο 10μερο του Ιουλίου, μια νέα δύναμη 3.000 Τούρκων υπό τον Δεμίρ πασά, κινούμενη από Λαμία προς Λιβαδειά, προσπάθησε να αναχαιτίσει ανεπιτυχώς σώμα 500 Ελλήνων υπό τους Κ. Τράκα και Β. Μπούσγο στο Λευκοχώρι (Μάνεσι) Ελάτειας.

Στα μέσα Αυγούστου, κατέφτασε από τη Μακεδονία στη Λαμία για βοήθεια των τριών εγκλωβισμένων πασάδων στη Βοιωτία, νέος σουλτανικός στρατός, 8.000 ανδρών υπό τους Χατζή Μεχμέτ Μπεϋράν, Σιαχίν Αλή, Χατζή Μπεκήρ, και Μεμίς πασά και άλλων 4.000 υπό τον Μαχμούτ πασά Δράμαλη στον Δομοκό. Μετά από σχέδιο που καταστρώθηκε στη σύσκεψη των οπλαρχηγών Γ. Γκούρα, Π. Πανουργιά και Γ. Δυοβουνιώτη στο Ρεγγίνι (16 του μηνός) η εχθρική στρατιά καταστράφηκε ολοσχερώς στα Βασιλικά της Λοκρίδας στις 26 Αυγούστου, μια νίκη από τις πλέον εμβληματικές της Επανάστασης. Επιπλέον και ο Δράμαλης, μετά τη μάχη της Γιαννιτσούς (15 Αυγούστου) με 200 άνδρες υπό τον Ανδρέα Σιαφάκα, αν και έφτασε μέχρι την Οίτη, βρήκε κλειστές τις ορεινές διαβάσεις προς Φωκίδα και υποχώρησε. Παράλληλα τον Σεπτέμβριο πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς, από τους Γεώργιο Δυοβουνιώτη και Κ. Μπασδέκη μέσω του Μαλιακού από το Καινούργιο, η τουρκική φρουρά (150 ένοπλοι) της Πελασγίας που αποχώρησε στη νήσο Λιχάδα.

Οι τουρκικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν για 7 μήνες (Απρίλιος-Οκτώβριος) στην ανατολική Στερεά με αποτέλεσμα η Τρίπολη να πέσει στα χέρια των Ελλήνων (23 Σεπτεμβρίου) και η επανάσταση να στερεωθεί στην Πελοπόννησο. Στα μέσα Οκτωβρίου οι Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ επέστρεψαν από τη Βοιωτία (στην πορεία τους κατέστρεψαν την Αταλάντη) στα Γιάννενα έχοντας αποτύχει παταγωδώς στην αποστολή τους ενώ μέσα Νοεμβρίου έφτασε στη Λαμία ο νέος Μόρα-βαλεσή Σεγίντ Αλής για να προετοιμάσει την εαρινή εκστρατεία στην Πελοπόννησο.

Στις αρχές του 1822, μετά την ήττα και τον θάνατο του Αλή πασά τον Ιανουάριο, αποδεσμεύτηκε μεγάλος αριθμός σουλτανικών στρατευμάτων που άρχισε να συγκεντρώνεται σταδιακά από τον Μάρτιο στη Λαμία, με σκοπό την ανακατάληψη του Μοριά. Από τον Φεβρουάριο έφτασε στην πόλη και ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης για να προετοιμάσει τον στρατό εισβολής. Στον Μπράλο (24 ή 26 Μαρτίου) συμφωνήθηκε από τους Δ. Υψηλάντη, Οδ. Ανδρούτσο, Νικηταρά, Πανουργιά, Δυοβουνιώτη, Σκαλτσά, Γιολδάση, Σιαφάκα, Κοντογιάννη, Μπούσγο και άλλους οπλαρχηγούς, σχέδιο ταυτόχρονης επίθεσης 4.000 ανδρών μέσω Στυλίδος προς Λαμία, άλλων 2.500 εναντίον της Υπάτης και εφεδρικό σώμα 1.500 ανδρών στις Κομποτάδες, με στόχο να εμποδιστεί η κάθοδος του Δράμαλη. Στα πλαίσια αυτά διεξήχθησαν οι ηρωικές αλλά αποτυχημένες επιχειρήσεις (με σοβαρά προβλήματα συντονισμού, ανεφοδιασμού και ουσιαστικά υπονομευμένες από τον «Άρειο Πάγο», την πολιτική διοίκηση της Ανατολικής Στερεάς) των μεταφερόμενων από τον ελληνικό στόλο ελληνικών σωμάτων (από την παραλία Μώλου-Σκάρφειας), μέσω του Μαλιακού κόλπου, σε Αχινό – Στυλίδα - Αγ. Μαρίνα - Αυλάκι (31 Μαρτίου-14 Απριλίου) καθώς και οι δύο πολιορκίες της Υπάτης (3-8 και 17-22 Απριλίου) απέναντι σε τουλάχιστον 18.000 τουρκικό στρατό που είχε συγκεντρωθεί στη βόρεια Φθιώτιδα.

Την ίδια περίοδο διεξήχθησαν για 4 μήνες (Μάρτιος-Ιούνιος), στη δυτική Φθιώτιδα και την ευρύτερη κοιλάδα του Σπερχειού, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Τούρκων υπό τους Αχμέτ Πρεβίστα και Τελεχά μπέη (μετά τα μέσα Απριλίου και εντός Μαΐου πολλαπλές συγκρούσεις σε Μακρακώμη, Πλατύστομο, Κλωνί, Σπερχειάδα, Άνω Καλλιθέα, Παλαιόκαστρο, Μαυρίλο, Ασβέστη, Τσούκα, Γιαννιτσού, Νεοχωράκι). Μια ακόμη αποτυχημένη πολιορκία της Υπάτης, από ελληνικά σώματα 3.000 ανδρών υπό τους Πανουργιά, Γκούρα, Μακρυγιάννη, Γιολδάση, Σκαλτσοδήμο και Κοντογιάννη, διεξήχθη το διήμερο 11-12 Μαΐου 1822. Οι Τούρκοι της πόλης ενισχύθηκαν από τη Λαμία, η πολιορκία απέτυχε και οι επιχειρήσεις σημαδεύτηκαν από την ήττα στο Λυχνό Υπάτης και την καταστροφή της Ι.Μ Αγάθωνος και της πλούσιας βιβλιοθήκης της.

Κι ενώ οι γερο-Πανουργιάς και Νικηταράς ζητούσαν επειγόντως την ενίσχυση του ελληνικού στρατοπέδου στο Ελευθεροχώρι (δυνάμεως 2.500 ανδρών), ο «Άρειος Πάγος» απαιτούσε την αποπομπή του Νικηταρά και του Δ. Υψηλάντη από την ανατολική Στερεά καθώς και τη σύλληψη του Οδ. Ανδρούτσου ως υπαίτιου για τη δολοφονία (στις 25 Μαΐου) των Αλ. Νούτσου και Χρ. Παλάσκα που είχαν σταλεί από τη Διοίκηση για αντικατάστασή του! Στις 3 Ιουνίου μάλιστα τον καθαίρεσαν από την αρχηγία, τον καταδίκασαν σε θάνατο και αφορισμό, επικηρύσσοντάς τον ως ληστή (!), απόφαση που ανακλήθηκε από το Εκτελεστικό έπειτα από παρέμβαση όλων των οπλαρχηγών, 21 μέρες μετά!

Τελικά ο Δράμαλης (κι ενώ στη Λαμία έφτασε και ο Χουρσίτ από τη Λάρισα) ξεκίνησε από την Αλαμάνα στις 30 Ιουνίου με 30.000 στρατό για την Πελοπόννησο. Η έξοχη στρατηγική του Κολοκοτρώνη όμως τον ανάγκασε να υποχωρήσει και μετά τις συντριπτικές ήττες του στα Δερβενάκια-Αγ. Σώστη και το Αγιονόρι (26-28 Ιουλίου) να εγκλωβιστεί στην Κόρινθο. Στο μεταξύ στη Φθιώτιδα, μετά τη σύσκεψη των οπλαρχηγών στην Αράχωβα στις 26 Ιουνίου υπό τους γερο-Πανουργιά, Ανδρούτσο, Γκούρα, Δυοβουνιώτη, Κοντογιάννη, τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο παρακώλυσης των συγκοινωνιών και του ανεφοδιασμού του Δράμαλη από τη Λάρισα και τη Λαμία με το κλείσιμο το στενών Δερβέν Φούρκα (σημερινό Καλαμάκι, βόρεια της Λαμίας), γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στην καταστροφή της στρατιάς του.

Νέα τουρκική στρατιά από τη Λάρισα μέσω Λαμίας, δυνάμεως 12.000 ανδρών υπό τον Κιοσέ Μεχμέτ, εστάλη τμηματικά στην ανατολική Στερεά την περίοδο Αυγούστου-Νοεμβρίου, με στόχο τον απεγκλωβισμό του Δράμαλη. Τον Αύγουστο, το πρώτο τμήμα από 3.000 άνδρες, αντιμετωπίστηκε επιτυχώς στη Φοντάνα και το Ελευθεροχώρι και περιορίστηκε στην περιοχή Αμφίκλεια-Τουρκοχώρι. Μέσα Οκτωβρίου εκκίνησε από Λαμία με τις υπόλοιπες 9.000 και ο ίδιος ο Κιοσέ Μεχμέτ κινούμενος προς Σάλωνα που τα κατέλαβε και τα πυρπόλησε. Φοβούμενος τον εγκλωβισμό του στη Φωκίδα αποχώρησε τέλη Οκτωβρίου, επιστρέφοντας στη Λοκρίδα, όπου προκάλεσε ασύλληπτες καταστροφές (καταστροφή Αμφίκλειας). Εκεί αντιμετωπίστηκε από τον Ανδρούτσο επιτυχώς (παρά την ήττα στη μάχη Ι.Μ Παναγιάς Δαδίου την 1η Νοεμβρίου) με τη μέθοδο του δήθεν «προσκυνήματος» (καπάκια) μέσω πλαστών παρελκυστικών διαπραγματεύσεων (5 Νοεμβρίου) στην Αγία Μαρίνα Τιθορέας και τελικά αποχώρησε μέσα Νοεμβρίου για τη Λαμία και αρχές Δεκεμβρίου για τη Λάρισα.

Το 1823 για 4 μήνες (Μάιος-Αύγουστος) στην περιοχή της ανατολικής Στερεάς έδρασε εκστρατευτικό σώμα από τη Λάρισα, δύναμης 10.000 ανδρών, υπό τον νέο Μορα-βαλεσή, Γιουσούφ πασά Περκόφτσαλη της Βράιλας και τον Σαλήχ πασά της Αδριανούπολης με πορεία προς Φωκίδα-Βοιωτία (παράλληλα με τη μεγάλη εκστρατεία του Μουσταή πασά της Σκόδρας και του Ομέρ Βρυώνη στη δυτική Ελλάδα και το Μεσολόγγι). Το σώμα αυτό προκάλεσε φοβερές καταστροφές σε Φωκίδα και Βοιωτία, όπου αντιμετωπίστηκε επιτυχώς από τον Οδ. Ανδρούτσο. Μετά τα μέσα Ιουλίου στράφηκε προς την Εύβοια για την καταστολή της επανάστασης στο νησί και επιδόθηκε σε συστηματικές σφαγές αμάχων. Τελικά, το τελευταίο 10μερο του Αυγούστου αποσύρθηκε στη Λαμία και από εκεί στη Λάρισα χωρίς να πετύχει κάτι ουσιαστικό.

Την περίοδο Ιουνίου-Οκτωβρίου 1824, κι ενώ ο Οδ. Ανδρούτσος μετά τον πρώτο εμφύλιο είχε περιπέσει σε πλήρη απομόνωση από την κυβέρνηση,  σημειώθηκε νέα εισβολή από τη Λάρισα, με στόχο την Πελοπόννησο, από 15.000 Τούρκους υπό τον νέο Ρούμελη-βαλεσή, Μουσταφά Δερβίς πασά, πρώην φρούραρχο του Βιδινίου, και τους Γιουσούφ Περκόφτσαλη και Αμπάζ Ντίπρα. Οι εχθρικές δυνάμεις στρατοπέδευσαν έξω από τη Λαμία στο χώρο Λιανοκλαδίου-Αμουρίου-Κομποτάδων με στόχο να προελάσουν μέχρι τη Ναύπακτο και να περάσουν στον Μοριά. Στην πορεία τους προς Φωκίδα αναχαιτίστηκαν στις 14 Ιουλίου στην Άμπλιανη (μεταξύ Γραβιάς-Σαλώνων) αλλά και στις μάχες Βάργιανης, Σουβάλας και Γραβιάς (μέσα Σεπτεμβρίου). Στις 12 Αυγούστου, μάλιστα, 200 Σουλιώτες υπό τον Λ. Βέϊκο, από το χωριό Οίτη (Γαρδικάκι), διενήργησαν επιτυχημένη νυχτερινή καταδρομική επίθεση στο τουρκικό νοσοκομείο στα Καλύβια, έξω από τη Λαμία. Μέσα Οκτωβρίου ο Δερβίς, έχοντας αποτύχει πλήρως, επέστρεψε στη Λαμία και από εκεί στη Λάρισα.

Το 1825 η μεγάλη εκστρατεία του Μεχμέτ Ρεσίτ πασά Κιουταχή με στόχο την κατάληψη του Μεσολογγίου, συνδυάστηκε με ταυτόχρονη εισβολή (Απρίλιος-Οκτώβριος) 5.500 Τούρκων (που έφτασαν τέλη Αυγούστου τις 10.000) υπό τους Μουστάμπεη Κιαφεζέζη, Δεμίρ και Αμπάζ Ντίπρα στη Φωκίδα μέχρι τα όρια της Λοκρίδας καταστρέφοντας συστηματικά την περιοχή σε μια εποχή που ο οδυνηρός δεύτερος εμφύλιος οδήγησε στη σύλληψη του Ανδρούτσου τον Απρίλιο και τη δολοφονία του τον Ιούνιο στην Ακρόπολη. Παρόλα ταύτα αναχαιτίστηκαν τον Απρίλιο από τον Γ. Γκούρα στην περιοχή Δαύλειας-Ελάτειας ενώ η Φωκίδα έγινε το νέο πεδίο συγκρούσεων, έως τον Σεπτέμβριο που οι τουρκικές δυνάμεις υποχώρησαν στη Λαμία δεχόμενες επιθέσεις από τους οπλαρχηγούς Γ. Γκούρα, Κ. Τράκα, Β. Μαυροβουνιώτη και Ν. Κριεζώτη (μάχες Αλαμάνας στις 12 και 19  Οκτωβρίου).

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (11 Απριλίου 1826) άρχισε η πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή (Ιούλιος 1826). Το φθινόπωρο του 1826, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, υλοποιώντας το ευφυές σχέδιο περικύκλωσης των Τούρκων στην Αττική, εξεστράτευσε στην ανατολική Στερεά (Οκτώβριος 1826-Φεβρουάριος 1827) και πέτυχε τις μεγάλες νίκες στην Αράχωβα (17-24 Νοεμβρίου) και το Δίστομο (17 Ιανουαρίου-6 Φεβρουαρίου 1827). Στα πλαίσια αυτής της εκστρατείας έγινε και η αποτυχημένη ελληνική επίθεση από τους Μακεδόνες οπλαρχηγούς Καρατάσο και Γάτσο) στην Αταλάντη εναντίον των αποθηκών ανεφοδιασμού του Κιουταχή (5-9 Νοεμβρίου). Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, την τραγική ήττα στο Φάληρο (24 Απριλίου 1827) και την παράδοση της Ακρόπολης (24 Μαΐου), μεσολάβησαν σοβαρές διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις με τη Συνθήκη του Λονδίνου (24 Ιουνίου/6 Ιουλίου 1827), τη ναυμαχία του Ναβαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827), την έλευση του Ι. Καποδίστρια (6 Ιανουαρίου 1828) ως πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος και την έναρξη του ρωσο-τουρκικού πολέμου (14/26 Απριλίου 1828).

Το 1828 σημαδεύτηκε από την εκστρατεία του Κίτσου Τζαβέλα (Αύγουστος-Νοέμβριος) για την απελευθέρωση της κεντρικής Στερεάς. Στην περιοχή της Φθιώτιδας διεξήχθησαν οι νικηφόρες μάχες της Γραμμένης Οξυάς στις 23 Σεπτεμβρίου και του Γαρδικίου στις 5 Νοεμβρίου εναντίον 3.000 Τούρκων από τη Λαμία και την Υπάτη υπό τους Οσμάν πασά και Ασλάν μπέη, παράληλα με την αντίστοιχη πορεία του Δ. Υψηλάντη (Οκτώβριος-Νοέμβριος) στην ανατολική Στερεά. Μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1828 όλη η ανατολική Στερεά μέχρι τη γραμμή των Θερμοπυλών ήταν ελεύθερη. Η νέα τουρκική εκστρατεία 7.000 ανδρών υπό τον Μαχμούτ πασά από τη Λαμία (Δεκέμβριος 1828-Φεβρουάριος 1829) με πορεία προς τη Βοιωτία, αναχαιτίστηκε στη νικηφόρα μάχη του Μαρτίνου (29 Ιαν 1829) από τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και ο ελληνικός έλεγχος επανήλθε ξανά μέχρι τη γραμμή των Θερμοπυλών. Η τελευταία προσπάθεια των Τούρκων από τη Λαμία να προωθηθούν μέχρι την Αθήνα έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1829 υπό τον Ασλάν μπέη. Η κατάληξή της κατά την επιστροφή του προς Λαμία, ήταν η νικηφόρα τελευταία μάχη στην Πέτρα της Βοιωτίας (12 Σεπτεμβρίου 1829) με την οποία ολοκληρώθηκε ο ένοπλος αγώνας της Ανεξαρτησίας, ταυτόχρονα με τη συντριπτική ήττα του σουλτάνου στον ρωσο-τουρκικό πόλεμο (συνθήκη Αδριανούπολης 2/14 Σεπτεμβρίου 1829).

Στο πεδίο των ναυτικών επιχειρήσεων στην περιοχή των φθιωτικών παραλίων και του Μαλιακού κόλπου κατά τη διάρκεια της Επανάστασης σημειώθηκαν αξιοσημείωτες συγκρούσεις. Στις 13 Μαΐου 1821 το υδραίικο μπρίκι «Νηρεύς» του Αλέξανδρου Κριεζή στην Αγ. Μαρίνα κατέστρεψε ένα τουρκικό μπρίκι του Ομέρ μπέη της Καρύστου που επρόκειτο να μεταφέρει 2.000 Αλβανούς στη Χαλκίδα. Την 21η Οκτωβρίου 1823 μια υδραιο-ψαριανή μοίρα (11 μπρίκια και 3 πυρπολικά) υπό τον Α. Μιαούλη εισήλθε από τους Ωρεούς στον Μαλιακό και συγκρούστηκε με τουρκική μοίρα 11 πλοίων (1 κορβέτα των 26 πυροβόλων, 4 μπρίκια, 2 γολέτες και 4 μεταγωγικά) έξω από την Πελασγία. Κατά τη σύγκρουση αιχμαλωτίστηκαν η κορβέτα, μια γολέτα και 4 μεταγωγικά ενώ απελευθερώθηκαν και 150 γυναικόπαιδα που επέβαιναν. Η υπόλοιπη εχθρική μοίρα κατέφυγε στο λιμάνι της Αγίας Μαρίνας ενισχυόμενη από 3.000 Τούρκους. Το άλλο βράδυ έγινε εκεί αποτυχημένη πυρπολική επίθεση από τον Ψαριανό πυρπολητή Γεώργιο Τσαπαρλή. Στις 2 Δεκεμβρίου 1823 έγινε νέα αποτυχημένη πυρπολική επίθεση από τον επίσης Ψαριανό Νικόλαο Βρατσάνο σε μια κορβέτα και δύο μπρίκια που ναυλοχούσαν στον Μώλο. Την 23η Δεκεμβρίου 1828 στα πλαίσια του ναυτικού αποκλεισμού του Μαλιακού κόλπου από τον ελληνικό στόλο (ήδη από τις αρχές του 1828), το ατμοκίνητο «Καρτερία» αιχμαλώτισε στο λιμάνι της Στυλίδας μια τουρκική γολέτα των 10 πυροβόλων. Στις 8-9 Φεβρουαρίου 1829 το «Καρτερία» μαζί με την κορβέτα «Ύδρα» του Γεώργιου Σαχίνη, αρχηγού της μοίρας Παγασητικού-Μαλιακού-Ευβοϊκού, αφού βομβάρδισαν τις θέσεις των 300 Τούρκων της φρουράς των Λιχάδων, την επομένη αποβίβασαν στη νησίδα 500 άνδρες υπό τους Β. Μαυροβουνιώτη και Δ. Ευμορφόπουλο και την κατέλαβαν. Οι ελάχιστοι Τούρκοι που γλύτωσαν κατέφυγαν στο Αχλάδι κι από εκεί στη Λαμία.

Ως απόρροια του 9χρονου επικού ένοπλου αγώνα, του ασύλληπτου μεγέθους των θυσιών, της διεθνούς γεωπολιτικής συγκυρίας, της διπλωματικής μάχης της περιόδου 1828-1831, που διηύθυνε με μαεστρία ο Καποδίστριας μέχρι να δολοφονηθεί, και της επιμονής του να απελευθερωθεί η Στερεά, ώστε να ενσωματωθεί στο μελλοντικό ελληνικό κράτος, υπεγράφη η συνθήκη της Ανεξαρτησίας (22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830). Το νότιο τμήμα της Φθιώτιδας εντάχθηκε στο νέο ελληνικό κράτος, που έφτανε στη Στερεά μέχρι τη γραμμή Αχελώου-Σπερχειού. Τελικά με τη συνθήκη ή Διακανονισμό της Κωνσταντινουπόλεως ή του Καλεντέρ Κιόσκ στις 9/21 Ιουλίου 1832 και το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 18/30 Αυγούστου 1832, τα σύνορα διευρύνθηκαν έως τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και συμπεριέλαβαν όλη τη γραμμή νότια της Όθρυος (και τη Λαμία) έναντι οικονομικού τιμήματος 40 εκατομμυρίων γροσίων, γεγονός που αποδέχτηκε ο σουλτάνος στις 14/26 Δεκεμβρίου 1832. Στις 28 Μαρτίου 1833 η οθωμανική φρουρά της Λαμίας αποχώρησε και η πόλη απελευθερώθηκε οριστικά μετά από 440 χρόνια τουρκικού ζυγού και ως επαρχία Φθιώτιδος υπήχθη στο νέο νομό Φωκίδος & Λοκρίδος με πρωτεύουσα την Άμφισσα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

(1) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Τόμος ΙΒ, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1979.

(2) Απ. Βακαλόπουλου, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, τόμοι Ε-Η, εκδόσεις Βάνιας, Θεσ/νίκη, 1980-88.

(3) Διονυσίου Κόκκινου, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1957.

(4) Σπυρίδωνα Τρικούπη, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, εκδόσεις Λιβάνης, Αθήνα, 1993.

(5) Λάμπρου Κουτσονίκα, ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, Αθήνα, 1863.

(6) Νικολάου Σπηλιάδη, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, εκδόσεις Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα, 1851.

(7) Χριστόφορου Περραιβού, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ 1820-1829, Αθήνα, 1836.

(8) Πανουργιά Πανουργιά, ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 2012.

(9) Ιω. Μακρυγιάννη, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, εκδόσεις Γαλαξίας, Αθήνα, 1964.

(10) Νικηφόρου Μοσχόπουλου, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, εκδόσεις Εύτυπον, Αθήνα 2003.

(11) Κων/νου Παπαρρηγόπουλου, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, εκδόσεις Φάρος, Αθήνα, 1984.

(12) Ιωάννου Φιλήμονος, ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, Αθήνα, 1859.

(13) K. Αλεξανδρή, ΑI NAYTIKAI ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΑΓΩΝΟΣ 1821-1829, Αθήνα, 1930.

(14) Μάριου Σίμψα, ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, τόμος Γ-Δ, εκδόσεις ΓΕΝ, Αθήνα, 1980.

(15) George Finlay, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, Λονδίνο 1861.

(16) Κων. Μεταλληνού, Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821-1829, τόμοι Α-Β, Αθήνα, 2016.

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στις 19/3/2021 στην ιστοσελίδα Cognosco Team

https://cognoscoteam.gr/%ce%b7-%cf%86%ce%b8%ce%b9%cf%8e%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82-1/

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η μάχη της Πέτρας στις 12 Σεπτεμβρίου 1829: η στρατιωτική και διπλωματική σημασία της ελληνικής νίκης

  Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832)   Του Χρόνη Βάρσου Φιλολόγου-ιστορικού ερευνητή  Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 διεξήχθη η νικηφόρα μάχη στη...