Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

Η Φθιώτιδα στα χρόνια της Επανάστασης 1821-1829. Μια συνοπτική παρουσίαση των κυριοτέρων γεγονότων

 

 


του Χρόνη Βάρσου

φιλολόγου-ιστορικού ερευνητή

 Κατά τη μακραίωνη περίοδο της τουρκοκρατίας, υπήρξαν πολλές μεταβολές στη διοικητική κατανομή των περιοχών της Φθιώτιδας, ύστερα από τη σταδιακή κατάκτησή τους την περίοδο 1393-1470. Στις αρχές του 19ου αιώνα (σύμφωνα και με τη ρηματική διακοίνωση του Ιωάννη Καποδίστρια της 18/30 Οκτωβρίου 1828 προς τους 3 πρέσβεις των συμμαχικών δυνάμεων στον Πόρο), οι καζάδες της Υπάτης (Πατραντζίκι) και του Δομοκού υπαγόταν στο σαντζάκι της Ναυπάκτου, ενώ η υπόλοιπη Φθιώτιδα με τους καζάδες Ζητουνίου, Μενδενίτσας, Ταλαντίου και Τουρκοχωρίου (Κ. Τιθορέας) σ’ αυτόν του Ευρίπου με πρωτεύουσα τη Χαλκίδα και κάποιες περιοχές της βορειο-δυτικής Φθιώτιδας κοντά στα Άγραφα, στο σαντζάκι των Τρικάλων. Παράλληλα σε εκκλησιαστικό επίπεδο, στον φθιωτικό χώρο, υπήρχε η μητρόπολη Νέων Πατρών (Υπάτης) και οι επισκοπές Θαυμακού, Ζητουνίου, Μενδενίτσας και Ταλαντίου.

Σ’ όλο το διάστημα των 7 τουρκο-βενετικών πολέμων (1463-1718), η Φθιώτιδα αποτέλεσε τον χώρο στάθμευσης ή διέλευσης μεγάλων οθωμανικών στρατευμάτων προς τα κύρια μέτωπα της Πελοποννήσου ή της δυτικής Ελλάδος, υφιστάμενη ποικίλες ταλαιπωρίες και αντίποινα λόγω των τοπικών εξεγέρσεων. Τη δεκαετία μάλιστα 1687-1697, στα πλαίσια του 6ου τουρκο-βενετικού πολέμου (1684-1699), η ανατολική Στερεά ξεσηκώθηκε με επικεφαλής τον Επίσκοπο Σαλώνων Φιλόθεο και  η οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή απειλήθηκε σοβαρά με επιθέσεις ακόμη και εναντίον της Λαμίας και της Αταλάντης.

Την περίοδο των Ορλωφικών (1770-1774) η περιοχή συμμετείχε, όπως και το σύνολο του ελληνισμού, στη γενικευμένη επανάσταση και υπέστη σοβαρές καταστροφές από τις αλβανικές επιδρομές. Το διάστημα 1788-1820 η Φθιώτιδα στο σύνολό της αποτέλεσε τμήμα του ημι-αυτόνομου κράτους του Αλή πασά (ο βοεβόδας του Ζητουνίου Χαλήλμπεης ήταν μάλιστα γαμπρός του γιου του, Βελή). Σύμφωνα με τους 13 ξένους περιηγητές που επισκέφθηκαν μεταξύ 1801-1821 την περιοχή, η Λαμία προεπαναστατικά πρέπει να είχε περίπου 5-6.000 κατοίκους, Χριστιανούς και μουσουλμάνους και περίπου 600-1.000 οικίες.

Οι συνθήκες βίωσης της μακραίωνης σκλαβιάς ήταν οδυνηρές και δεν διέφεραν από αυτές του υπόλοιπου τουρκοκρατούμενου ελληνισμού: αφόρητη καταπίεση των πληθυσμών, βίαιοι εξισλαμισμοί, παιδομάζωμα, μαζικοί εποικισμοί περιοχών με μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ποικίλες βαρβαρότητες, άγρια καταστολή, βαριά φορολογία, συνεχείς αγγαρείες και υποχρεωτική συντήρηση πολυπληθών στρατευμάτων για τις ανάγκες διεξαγωγής των οθωμανικών εκστρατειών.

Όλα αυτά δημιούργησαν τις συνθήκες για να φουντώσει το αδούλωτο φρόνιμα και ο πόθος της ελευθερίας και της αποτίναξης του σουλτανικού ζυγού. Έντονη ήταν η δράση επώνυμων Κλεφτών και Αρματολών στην περιοχή που συγκρούονταν με την οθωμανική εξουσία και προετοίμασαν σταδιακά, μαζί με το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και τη Φιλική Εταιρεία, τον ένοπλο αγώνα του 1821.

Σημαντικό ιστορικό ρόλο διαδραμάτισαν την περίοδο εκείνη και τα μοναστήρια της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Ιερά Μονή Αγάθωνος, χτισμένη σε μια δασώδη πλαγιά της Οίτης, στα 1400 περίπου, από τον μοναχό Αγάθωνα, αποτέλεσε ορμητήριο και καταφύγιο των κλεφτών και των αρματολών της περιοχής. Εκεί καθ΄ όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς λειτουργούσαν Κρυφό Σχολειό και η περίφημη Σχολή Αγάθωνος. Στη σχολή αυτή, που από το 1742 μεταφέρθηκε στην Υπάτη, δίδαξαν επιφανείς λόγιοι της εποχής και εκπαιδεύτηκαν πολλοί μοναχοί, ιερείς και κάτοικοι της γύρω περιοχής.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 και με δεδομένο ότι σημαντικός όγκος του σουλτανικού στρατού υπό τον Μόρα-Βαλεσή, Χουρσίτ Αχμέτ πασά (αντικαταστάτη του αποτυχόντος Ισμαήλ Πασόμπεη), βρισκόταν (ήδη από το καλοκαίρι του 1820) στην Ήπειρο για τις επιχειρήσεις εναντίον του αποστάτη Αλή πασά Τεπελενλή, κύριο στόχο του σουλτάνου αποτέλεσε ο έλεγχος της Πελοποννήσου, ως της πλέον βασικής επαναστατικής εστίας και η προστασία της Τρίπολης που πολιορκούνταν στενά (ήδη από τον Απρίλιο) από τον Θ. Κολοκοτρώνη. Έτσι η Λαμία και ο ευρύτερος χώρος της Φθιώτιδας, βορείως του Σπερχειού, αποτέλεσαν ισχυρή βάση συγκέντρωσης και ανεφοδιασμού όλων των οθωμανικών στρατών, που διαμέσου της ανατολικής Στερεάς, επεδίωκαν την κάθοδο στην Πελοπόννησο, αρχικά για την ενίσχυση της πολιορκημένης Τρίπολης και κατόπιν, μετά την πτώση της, για την ανάκτησή της. Στην περιοχή της Φθιώτιδας έδρασαν σε όλη τη διάρκεια 1821-1829 πολλοί επώνυμοι ηγέτες της επανάστασης: Αθ. Διάκος, Οδ. Ανδρούτσος (το αρχηγείο του ήταν στη Δρακοσπηλιά στην Τιθορέα), Γ. Καραϊσκάκης, Π. Πανουργιάς, Γ. Δυοβουνιώτης, Νικηταράς, Δ. Υψηλάντης, Γ. Μακρυγιάννης, Κ. Τζαβέλας, Γ. Γκούρας, Δ. Σκαλτσάς, Καρατάσος, Γάτσος και άλλοι.

Η επανάσταση στην ανατολική Στερεά και τη Φθιώτιδα αποφασίστηκε στη σύσκεψη των Ρουμελιωτών οπλαρχηγών στη νήσο Λευκάδα στις 30 Ιανουαρίου 1821 και ορίστηκε η 25η Μαρτίου ως ημέρα του ξεσηκωμού. Τον συντονισμό ανέλαβαν οι Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο αρματωλός των Σαλώνων Πανουργιάς που είχαν διαφύγει (από τον Οκτώβριο του 1820) από την αυλή του Αλή πασά, στα πολιορκημένα από τον σουλτανικό στρατό Γιάννενα. Στις 24 Μαρτίου κηρύχθηκε η επανάσταση στη Φωκίδα από τον Πανουργιά στην Ι.Μ Προφήτη Ηλία Σαλώνων και στις 27 του μήνα από τον Αθ. Διάκο στη Λιβαδειά στην Ι.Μ Οσίου Λουκά και μέχρι τις 3 Απριλίου απελευθερώθηκαν τα Σάλωνα, το Γαλαξίδι, το Λιδωρίκι, το Μαλανδρίνο, η Λιβαδειά και η Θήβα.

Οι ένοπλες συγκρούσεις στη Φθιώτιδα ουσιαστικά ξεκίνησαν με την απελευθέρωση της Αταλάντης (πολιορκία της τουρκικής φρουράς 150 ανδρών υπό τον βοεβόδα Χατζή Μεχμέτ στις 28-31 Μαρτίου από τον Αντώνη Κοντοσόπουλο) και της Μενδενίτσας (πολιορκία φρουράς 150 Τούρκων μεταξύ 7-13 Απριλίου από τον Γιάννη Δυοβουνιώτη) και την κατάληψη του Τουρκοχωρίου με φρουρά 100 Τούρκων στις 13 Απριλίου. Έως τα μέσα Απριλίου (μετά και την πτώση του κάστρου των Σαλώνων στις 10 του μήνα) όλη η περιοχή μέχρι την Αλαμάνα ήταν ελεύθερη, με τα δύο βασικά οθωμανικά κέντρα διοίκησης, την Υπάτη και τη Λαμία, να βρίσκονται υπό την απειλή των επαναστατών (συσκέψεις 10-11 Απριλίου Διάκου-Δυοβουνιώτη-Κοντογιάννη σε Κομποτάδες και Αλαμάνα).

Η εκκίνηση μιας τουρκικής δύναμης 9.000 περίπου ανδρών από τα Γιάννενα στις 9 Απριλίου υπό τον σαντζάκμπεη του Βερατίου Ομέρ Βρυώνη και τον αναπληρωτή βαλή του Μοριά, Κιοσέ Μεχμέτ, με στόχο την ενίσχυση της πολιορκημένης Τρίπολης, οδήγησε σε νέες συσκέψεις στις Κομποτάδες (14 και 20 Απριλίου) και τη Χαλκωμάτα (21 του μηνός) των οπλαρχηγών Αθ. Διάκου, Π. Πανουργιά, Γ. Δυοβουνιώτη και του επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Ακολούθησαν οι μάχες στις 14 Απριλίου στα Καλύβια και τον Σταυρό Λαμίας με τον Κομνά Τράκα και στο Καλαμάκι (Δερβέν Φούρκα) στις 17 του μήνα με την εμπροσθοφυλακή της εχθρικής στρατιάς καθώς και η πρώτη αποτυχημένη πολιορκία της Υπάτης (18 Απριλίου) λόγω της ταχείας καθόδου των Τούρκων. Οι τρεις οπλαρχηγοί έδωσαν την ηρωική μάχη της Αλαμάνας (23 Απριλίου) http://www.varsos1821.gr/2021/04/23-1821.html στην αμυντική τοποθεσία Γοργοπόταμου – Αλεπόσπιτων – Ηράκλειας – Χαλκωμάτας – Ι.Μ Δαμάστας – Αλαμάνας, που οδήγησε στην ήττα, τον θάνατο του Σαλώνων Ησαΐα, την αιχμαλωσία και τον μαρτυρικό θάνατο του Αθ. Διάκου στη Λαμία. Η ανέλπιστη νίκη όμως του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου) http://www.varsos1821.gr/2021/05/8-1821.html  εναντίον του Ομέρ Βρυώνη, αναχαίτισε την τουρκική προέλαση προς τη Φωκίδα. Στις 29 Μαΐου διεξήχθη και η νικηφόρα μάχη στον Αετό Καστανιάς Υπάτης, όπου 600 Έλληνες υπό τους Ν. Πανουργιά, Σαφάκα, Γκούρα και Σκαλτσοδήμο αναχαίτισαν 1.500 Τουρκαλβανούς από την Υπάτη υπό τον Τελεχάμπεη, χωρίς όμως να επιτευχθεί η κατάληψη της πόλης.

Οι Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ από τη Μενδενίτσα στις αρχές Ιουνίου αποφάσισαν  να κινηθούν προς Βοιωτία. Στη θέση Καστράκι (Τιθρώνιο) στο δρόμο Μενδενίτσας-Τιθορέας, ελληνικό σώμα 2.200 ανδρών υπό τους Οδ. Ανδρούτσο και Γ. Δυοβουνιώτη απέτυχε να τους φράξει το δρόμο και υποχώρησε προς Αγόριανη και Τιθορέα. Οι δύο πασάδες έφτασαν στο Τουρκοχώρι και στρατοπέδευσαν αναμένοντας ενισχύσεις, ενώ ο Οδ. Ανδρούτσος άρχισε παραπλανητικές επαφές μαζί τους για να καθυστερήσει την κάθοδό τους προς Λιβαδειά που τελικά κατέλαβαν στις 11 Ιουνίου εγκλωβιζόμενοι όμως στη Βοιωτία. Το τρίτο 10μερο του Ιουλίου, μια νέα δύναμη 3.000 Τούρκων υπό τον Δεμίρ πασά, κινούμενη από Λαμία προς Λιβαδειά, προσπάθησε να αναχαιτίσει ανεπιτυχώς σώμα 500 Ελλήνων υπό τους Κ. Τράκα και Β. Μπούσγο στο Λευκοχώρι (Μάνεσι) Ελάτειας.

Στα μέσα Αυγούστου, κατέφτασαν για βοήθεια των τριών πασάδων στη Βοιωτία, νέες σουλτανικές δυνάμεις, 8.000 ανδρών υπό τους Χατζή Μεχμέτ Μπεϋράν, Σιαχίν Αλή, Χατζή Μπεκήρ, και Μεμίς πασά από τη Θεσσαλονίκη στη Λαμία και άλλες 4.000 από τη Θεσσαλία υπό τον Μαχμούτ πασά Δράμαλη στον Δομοκό. Μετά από σχέδιο που καταστρώθηκε στη σύσκεψη των οπλαρχηγών Γκούρα, Πανουργιά και Δυοβουνιώτη στο Ρεγγίνι (16 του μηνός) και χάρη στην ορθή πρόβλεψη (από τον γερο-Δυοβουνιώτη) του πιθανού δρομολογίου του Μπεϋράν μέσω της διάβασης των Βασιλικών (και όχι αυτής της Φοντάνας), η εχθρική στρατιά καταστράφηκε ολοσχερώς στα στενά στις 26 Αυγούστου http://www.varsos1821.gr/2021/08/26-1821.html από ελληνικά σώματα δυνάμεως 2.000 περίπου ανδρών, μια νίκη από τις πλέον εμβληματικές της Επανάστασης, και τα υπολείμματά της επέστρεψαν στη Λαμία. Επιπλέον και ο Δράμαλης, μετά τη μάχη στη Γιαννιτσού (15 Αυγούστου) με 200 άνδρες υπό τον Ανδρέα Σιαφάκα, αν και έφτασε μέχρι την Οίτη, βρήκε κλειστές τις ορεινές διαβάσεις προς Φωκίδα και υποχώρησε. Παράλληλα τον Σεπτέμβριο πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς, από τους Γεώργιο Δυοβουνιώτη και Κ. Μπασδέκη με δυνάμεις μέσω του Μαλιακού από το Καινούργιο, η τουρκική φρουρά (150 ένοπλοι) της Πελασγίας που αποχώρησε στη νήσο Λιχάδα.

Οι τουρκικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν για 7 μήνες (Απρίλιος-Οκτώβριος) στην ανατολική Στερεά με αποτέλεσμα η Τρίπολη να πέσει στα χέρια των Ελλήνων (23 Σεπτεμβρίου) και η επανάσταση να στερεωθεί στην Πελοπόννησο. Στα μέσα Οκτωβρίου οι Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ επέστρεψαν από τη Βοιωτία στα Γιάννενα (καταστρέφοντας στην πορεία τους την Αταλάντη) έχοντας αποτύχει παταγωδώς στην αποστολή τους ενώ μέσα Νοεμβρίου έφτασε στη Λαμία ο νέος Μόρα-βαλεσή Σεγίντ Αλής για να προετοιμάσει την εαρινή εκστρατεία στην Πελοπόννησο.

Στις αρχές του 1822, μετά την ήττα και τον θάνατο του Αλή πασά τον Ιανουάριο, αποδεσμεύτηκε μεγάλος αριθμός σουλτανικών στρατευμάτων που άρχισε να συγκεντρώνεται σταδιακά από τον Μάρτιο στη Λαμία, με σκοπό την ανακατάληψη του Μοριά. Από τον Φεβρουάριο έφτασε στην πόλη και ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης για να προετοιμάσει τον στρατό εισβολής. Στον Μπράλο (24 ή 26 Μαρτίου), με στόχο να εμποδιστεί η κάθοδος του Δράμαλη, συμφωνήθηκε από τους Δ. Υψηλάντη, Οδ. Ανδρούτσο, Νικηταρά, Πανουργιά, Δυοβουνιώτη, Σκαλτσά, Γιολδάση, Σιαφάκα, Κοντογιάννη, Μπούσγο και άλλους οπλαρχηγούς, σχέδιο ταυτόχρονης επίθεσης 4.000 ανδρών μέσω Στυλίδος προς Λαμία, άλλων 2.500 εναντίον της Υπάτης ενώ σώμα 1.500 ανδρών θα παρέμενε ως εφεδρεία στις Κομποτάδες,. Στα πλαίσια αυτά διεξήχθησαν οι ηρωικές αλλά αποτυχημένες επιχειρήσεις σε Αχινό – Στυλίδα - Αγ. Μαρίνα - Αυλάκι (31 Μαρτίου-14 Απριλίου) των μεταφερόμενων από τον ελληνικό στόλο ελληνικών σωμάτων (από την παραλία Μώλου-Σκάρφειας), μέσω του Μαλιακού κόλπου, καθώς και οι δύο πολιορκίες της Υπάτης (3-8 και 17-22 Απριλίου) απέναντι σε τουλάχιστον 18.000 τουρκικό στρατό που είχε συγκεντρωθεί στη βόρεια Φθιώτιδα. Σοβαρά προβλήματα συντονισμού, ανεφοδιασμού και κυρίως η απροκάλυπτη και συστηματική υπονόμευση των Οδ. Ανδρούτσου και Δ. Υψηλάντη από τον «Άρειο Πάγο», (την πολιτική διοίκηση της Ανατολικής Στερεάς από τις 15 Νοεμβρίου 1821 υπό τον Θ. Νέγρη) δεν επέτρεψαν την ευνοϊκή έκβαση των επιχειρήσεων.

Την ίδια περίοδο διεξήχθησαν για 4 μήνες (Μάρτιος-Ιούνιος), στη δυτική Φθιώτιδα και την ευρύτερη κοιλάδα του Σπερχειού, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Τούρκων υπό τους Αχμέτ Πρεβίστα και Τελεχάμπεη (πολλαπλές συγκρούσεις μετά τα μέσα Απριλίου και εντός Μαΐου σε Μακρακώμη, Πλατύστομο, Κλωνί, Σπερχειάδα, Άνω Καλλιθέα, Παλαιόκαστρο, Μαυρίλο, Ασβέστη, Τσούκα, Γιαννιτσού, Νεοχωράκι, Μεξιάτες, Κωσταλέξι, Κομποτάδες, Ροδίτσα, Καλαμάκι) με αποκορύφωμα στα τέλη Μαΐου την 8μερη μάχη της Σέλιανης (Μάρμαρα). Το διήμερο 11-12 Μαΐου 1822 έγινε μια ακόμη αποτυχημένη απόπειρα (η 4η κατά σειράν) για την κατάληψη της Υπάτης, από ελληνικά σώματα 3.000 ανδρών υπό τους Πανουργιά, Γκούρα, Μακρυγιάννη, Γιολδάση, Σκαλτσοδήμο και Κοντογιάννη. Οι Τούρκοι της πόλης ενισχύθηκαν από τη Λαμία, η πολιορκία απέτυχε και οι επιχειρήσεις σημαδεύτηκαν από την ήττα στο Λυχνό Υπάτης και την καταστροφή της Ι.Μ Αγάθωνος και της πλούσιας βιβλιοθήκης της.

Κι ενώ οι γερο-Πανουργιάς και Νικηταράς ζητούσαν επειγόντως την ενίσχυση του ελληνικού στρατοπέδου στο Ελευθεροχώρι (δυνάμεως 2.500 ανδρών), ο «Άρειος Πάγος» απαιτούσε την αποπομπή του Νικηταρά και του Δ. Υψηλάντη από την ανατολική Στερεά καθώς και τη σύλληψη του Οδ. Ανδρούτσου ως υπαίτιου για τη δολοφονία (στις 25 Μαΐου) των Αλ. Νούτσου και Χρ. Παλάσκα που είχαν σταλεί από τη Διοίκηση για αντικατάστασή του. Στις 3 Ιουνίου μάλιστα τον καθαίρεσαν από την αρχηγία, τον καταδίκασαν σε θάνατο και αφορισμό, επικηρύσσοντάς τον ως ληστή (!), απόφαση που ανακλήθηκε από το Εκτελεστικό έπειτα από παρέμβαση όλων των οπλαρχηγών, 21 μέρες μετά, γεγονότα που αποδυνάμωσαν αισθητά τις προοπτικές αντίστασης στις τεράστιες οθωμανικές δυνάμεις στην περιοχή.

Τελικά ο Δράμαλης (κι ενώ στη Λαμία έφτασε και ο Χουρσίτ από τη Λάρισα) ξεκίνησε από την Αλαμάνα στις 30 Ιουνίου με 30.000 στρατό για την Πελοπόννησο. Η έξοχη στρατηγική του Κολοκοτρώνη όμως τον ανάγκασε να υποχωρήσει και μετά τις συντριπτικές ήττες του στα Δερβενάκια – Άγιο Σώστη και το Αγιονόρι (26-28 Ιουλίου) να εγκλωβιστεί πολιορκούμενος στην Κορινθία. Στο μεταξύ στη Φθιώτιδα, μετά τη σύσκεψη των οπλαρχηγών στην Αράχωβα στις 26 Ιουνίου υπό τους γερο-Πανουργιά, Ανδρούτσο, Γκούρα, Δυοβουνιώτη, Κοντογιάννη, τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο παρακώλυσης των συγκοινωνιών και του ανεφοδιασμού του Δράμαλη από τη Λάρισα και τη Λαμία με παράλληλο κλείσιμο το στενών της Φούρκας στο σημερινό Καλαμάκι, βόρεια της Λαμίας, γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στην καταστροφή της στρατιάς του.

Νέα τουρκική στρατιά από τη Λάρισα μέσω Λαμίας, δυνάμεως 12.000 ανδρών υπό τον Κιοσέ Μεχμέτ, εστάλη τμηματικά στην ανατολική Στερεά την περίοδο Αυγούστου-Νοεμβρίου, με στόχο τον απεγκλωβισμό του Δράμαλη. Τον Αύγουστο, το πρώτο τμήμα από 3.000 άνδρες, αντιμετωπίστηκε επιτυχώς στη Φοντάνα και το Ελευθεροχώρι και περιορίστηκε στην περιοχή Αμφίκλειας - Τουρκοχωρίου. Μέσα Οκτωβρίου εκκίνησε από Λαμία με τις υπόλοιπες 9.000 και ο ίδιος ο Κιοσέ Μεχμέτ κινούμενος προς Σάλωνα που τα κατέλαβε και τα πυρπόλησε. Φοβούμενος τον εγκλωβισμό του στη Φωκίδα αποχώρησε τέλη Οκτωβρίου, επιστρέφοντας στη Λοκρίδα, όπου προκάλεσε ασύλληπτες καταστροφές (καταστροφή Αμφίκλειας). Εκεί αντιμετωπίστηκε από τον Ανδρούτσο επιτυχώς (παρά την ήττα στη μάχη Ι.Μ Παναγιάς Δαδίου την 1η Νοεμβρίου) με τη μέθοδο του δήθεν «προσκυνήματος» (καπάκια) μέσω πλαστών παρελκυστικών διαπραγματεύσεων (5 Νοεμβρίου) στην Αγία Μαρίνα Τιθορέας. Τελικά μετά τον θάνατο του Δράμαλη και την αυτοκτονία του Χουρσίτ, ο τουρκικός στρατός αποχώρησε μέσα Νοεμβρίου για τη Λαμία και αρχές Δεκεμβρίου για τη Λάρισα.

Το 1823 για 4 μήνες (Μάιος-Αύγουστος) στην περιοχή της ανατολικής Στερεάς έδρασε εκστρατευτικό σώμα από τη Λάρισα, δύναμης 10.000 ανδρών, υπό τον νέο Μορα-βαλεσή, Γιουσούφ πασά Περκόφτσαλη της Βράιλας και τον Σαλήχ πασά της Αδριανούπολης με πορεία προς Φωκίδα-Βοιωτία (παράλληλα με τη μεγάλη εκστρατεία του Μουσταή πασά της Σκόδρας και του Ομέρ Βρυώνη στη δυτική Ελλάδα και το Μεσολόγγι). Το σώμα αυτό προκάλεσε φοβερές καταστροφές σε Φωκίδα και Βοιωτία, όπου αντιμετωπίστηκε επιτυχώς από τον Οδ. Ανδρούτσο. Μετά τα μέσα Ιουλίου στράφηκε προς την Εύβοια για την καταστολή της επανάστασης στο νησί και επιδόθηκε σε συστηματικές σφαγές αμάχων. Τελικά, το τελευταίο 10μερο του Αυγούστου αποσύρθηκε στη Λαμία και από εκεί στη Λάρισα χωρίς να πετύχει κάτι ουσιαστικό.

Την περίοδο Ιουνίου-Οκτωβρίου 1824, κι ενώ ο Οδ. Ανδρούτσος μετά τον πρώτο εμφύλιο είχε περιπέσει σε πλήρη απομόνωση από την κυβέρνηση,  σημειώθηκε νέα εισβολή από τη Λάρισα, με στόχο την Πελοπόννησο, από 15.000 Τούρκους υπό τον νέο Ρούμελη-βαλεσή, Μουσταφά Δερβίς πασά, πρώην φρούραρχο του Βιδινίου, και τους Γιουσούφ Περκόφτσαλη και Αμπάζ Ντίπρα. Οι εχθρικές δυνάμεις στρατοπέδευσαν έξω από τη Λαμία στο χώρο Λιανοκλαδίου-Αμουρίου-Κομποτάδων με στόχο να προελάσουν μέχρι τη Ναύπακτο και να περάσουν στον Μοριά. Στην πορεία τους προς Φωκίδα περίπου 11.000 Τούρκοι αναχαιτίστηκαν στις 14 Ιουλίου στη μάχη της Άμπλιανης (μεταξύ Γραβιάς-Σαλώνων) http://www.varsos1821.gr/2021/07/800x600-normal-0-false-false-false-el-x.html από 1.400 Έλληνες υπό τους Νάκο Πανουργιά και Κίτσο Τζαβέλα, αλλά και στις μάχες Βάργιανης, Σουβάλας (Πολύδροσο) και Γραβιάς (μέσα Σεπτεμβρίου). Στις 12 Αυγούστου, μάλιστα, 200 Σουλιώτες υπό τον Λ. Βέϊκο, από το χωριό Οίτη (Γαρδικάκι), διενήργησαν επιτυχημένη νυχτερινή καταδρομική επίθεση στο τουρκικό νοσοκομείο στα Καλύβια, έξω από τη Λαμία, ενώ από 10 Αυγούστου έως μέσα Σεπτεμβρίου πολιορκήθηκε και η ισχυρή τουρκική φρουρά στο Μαυρίλο. Μέσα Οκτωβρίου ο Δερβίς, έχοντας αποτύχει πλήρως, επέστρεψε στη Λαμία και από εκεί στη Λάρισα.

Το 1825 η μεγάλη εκστρατεία του νέου Ρούμελη-βαλεσή Μεχμέτ Ρεσίτ πασά Κιουταχή με στόχο την κατάληψη του Μεσολογγίου, συνδυάστηκε με ταυτόχρονη εισβολή (Απρίλιος-Οκτώβριος) 5.500 Τούρκων (που έφτασαν τέλη Αυγούστου τις 10.000) υπό τους Μουστάμπεη Κιαφεζέζη, Δεμίρ και Αμπάζ Ντίπρα στη Φωκίδα μέχρι τα όρια της Λοκρίδας καταστρέφοντας συστηματικά την περιοχή σε μια εποχή που ο οδυνηρός δεύτερος εμφύλιος οδήγησε στη σύλληψη του Ανδρούτσου τον Απρίλιο και τη δολοφονία του στις 5 Ιουνίου στην Ακρόπολη. Παρόλα ταύτα αναχαιτίστηκαν τον Απρίλιο από τον Γκούρα στην περιοχή Δαύλειας-Ελάτειας-Τουρκοχωρίου ενώ η Φωκίδα έγινε το νέο πεδίο συγκρούσεων, έως τον Σεπτέμβριο, υφιστάμενη φοβερές καταστροφές. Οι τουρκικές δυνάμεις μετά την ανακατάληψη των Σαλώνων (19 Σεπτεμβρίου) από τα ελληνικά σώματα, υποχώρησαν στη Λαμία δεχόμενες και νέες επιθέσεις από τους οπλαρχηγούς Γ. Γκούρα, Κ. Τράκα, Β. Μαυροβουνιώτη και Ν. Κριεζώτη (μάχες Αλαμάνας στις 12 και 19  Οκτωβρίου).

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (11 Απριλίου 1826) άρχισε η πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή (Ιούλιος 1826). Το φθινόπωρο του 1826, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, υλοποιώντας το ευφυές σχέδιο περικύκλωσης των Τούρκων στην Αττική, εξεστράτευσε στην ανατολική Στερεά (Οκτώβριος 1826-Φεβρουάριος 1827) και πέτυχε τις μεγάλες νίκες στην Αράχωβα (17-24 Νοεμβρίου) και το Δίστομο (17 Ιανουαρίου-6 Φεβρουαρίου 1827). Στα πλαίσια αυτής της εκστρατείας έγινε και η αποτυχημένη ελληνική επίθεση από τους Μακεδόνες οπλαρχηγούς Καρατάσο και Γάτσο στην Αταλάντη εναντίον των αποθηκών ανεφοδιασμού του Κιουταχή (5-9 Νοεμβρίου). Η Φθιώτιδα κατέστη έτσι λίαν επικίνδυνη ως δρομολόγιο ανεφοδιασμού των Τούρκων στην Αττική και επελέγη πλέον η διαδρομή από τη Θεσσαλία μέσω Μαλιακού-Εύβοιας-Ωρωπού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η καταστροφή στις 7 Δεκεμβρίου 1826 μεγάλης τουρκικής εφοδιοπομπής (2.000 ζώα με συνοδεία 500 ιππέων και 200 πεζών υπό τον Οσμάν Κόρτσα) που κατευθυνόταν από τη Λαμία νότια για ενίσχυση του Κιουταχή, σε ενέδρα 1.600 Ελλήνων υπό τον Γ. Καραϊσκάκη ανάμεσα σε Μόδι-Τιθορέα.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, την τραγική ήττα στο Φάληρο (24 Απριλίου 1827) και την παράδοση της Ακρόπολης (24 Μαΐου), μεσολάβησαν σοβαρές διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις: η Συνθήκη του Λονδίνου (24 Ιουνίου/6 Ιουλίου 1827), η ναυμαχία του Ναβαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827), η έλευση του Ι. Καποδίστρια (6 Ιανουαρίου 1828) ως πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος και η έναρξη του ρωσο-τουρκικού πολέμου (14/26 Απριλίου 1828).

Το 1828 σημαδεύτηκε από την εκστρατεία του Κίτσου Τζαβέλα (Αύγουστος-Νοέμβριος) για την απελευθέρωση της κεντρικής Στερεάς παράλληλα με τις επιχειρήσεις στη δυτική, με δεδομένο ότι η Στερεά δεν θα περιλαμβανόταν στο νέο Ελληνικό κράτος σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 4/16 Νοεμβρίου 1828. Στην περιοχή της Φθιώτιδας διεξήχθησαν οι νικηφόρες μάχες της Γραμμένης Οξυάς (23 Σεπτεμβρίου) εναντίον 3.000 Τούρκων από τη Λαμία και την Υπάτη υπό τους Οσμάν πασά και Ασλάν μπέη με στόχο να ενισχύσουν την πολιορκημένη οθωμανική φρουρά της Λομποτινάς (Άνω Χώρα Κραββάρων) και του Γαρδικίου στις 5 Νοεμβρίου εναντίον της ίδιας εχθρικής δυνάμεως που κινήθηκε προς βοήθεια αυτή τη φορά της πολιορκημένης τουρκικής φρουράς στο Καρπενήσι. Παράλληλα, ο Δ. Υψηλάντης, με την αντίστοιχη δράση του (Οκτώβριος-Νοέμβριος) στην ανατολική Στερεά, μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1828 απελευθέρωσε όλη την περιοχή (πλην Εύβοιας, Αθήνας, Θήβας, Υπάτης και Λαμίας) μέχρι τη γραμμή των Θερμοπυλών. 

Η νέα τουρκική εκστρατεία 7.000 ανδρών υπό τον Μαχμούτ πασά από τη Λαμία (Δεκέμβριος 1828-Φεβρουάριος 1829) με πορεία προς τη Βοιωτία (μάχες τέλη Δεκεμβρίου σε Πολύδροσο - Αμφίκλεια - Τιθορέα), παρά την προσωρινή ανακατάληψη της Λιβαδειάς, αναχαιτίστηκε τελικά στη νικηφόρα μάχη του Μαρτίνου (29 Ιανουαρίου 1829) από τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και ο ελληνικός έλεγχος στη Στερεά επανήλθε τέλη Φεβρουαρίου ξανά μέχρι τη γραμμή των Θερμοπυλών. Το διάστημα μάλιστα Φεβρουαρίου -Μαΐου 1829 διενεργήθηκαν επιδρομές εναντίον των Τούρκων της Υπάτης, πέραν του Σπερχειού-Ίναχου (Βίστριζα), σε Μακρακώμη, Μάκρη και Ροδωνιά.

Η τελευταία προσπάθεια των Τούρκων από τη Λαμία υπό τον Ασλάνμπεη να κινηθούν μέχρι την Αθήνα για να προωθήσουν δυνάμεις στο μέτωπο της Θράκης, λόγω του κινδύνου από τον προελαύνοντα ρωσικό στρατό που μετά την κατάληψη της Αδριανουπόλεως απειλούσε την ίδια την Κωνσταντινούπολη, έλαβε χώρα στα μέσα Αυγούστου 1829. Κατά την επιστροφή της προς Λαμία μέσω Βοιωτίας, η οθωμανική δύναμη των 8.000 ηττήθηκε στην Πέτρα της Βοιωτίας  (12 Σεπτεμβρίου 1829) http://www.varsos1821.gr/2021/10/12-1829.html από 3.300 Έλληνες υπό τον Δ. Υψηλάντη, νίκη με την οποία ολοκληρώθηκε ο ένοπλος αγώνας της Ανεξαρτησίας. Ταυτόχρονα η συντριπτική ήττα του σουλτάνου στον ρωσο-τουρκικό πόλεμο τον οδήγησε στη σύναψη της συνθήκη της Αδριανούπολης (2/14 Σεπτεμβρίου 1829) και στην αποδοχή της ανακωχής που προέβλεπε η Ιουλιανή Συνθήκη του Λονδίνου του 1827 αλλά και του Πρωτοκόλλου της 10/22 Μαρτίου 1829 που καθόριζε ως σύνορα τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού.

Στο πεδίο των ναυτικών επιχειρήσεων στην περιοχή των φθιωτικών παραλίων και του Μαλιακού κόλπου κατά τη διάρκεια της Επανάστασης σημειώθηκαν αξιοσημείωτες συγκρούσεις. Στις 13 Μαΐου 1821 το υδραίικο μπρίκι «Νηρεύς» του Αλέξανδρου Κριεζή στην Αγ. Μαρίνα κατέστρεψε ένα τουρκικό μπρίκι του Ομέρ μπέη της Καρύστου που επρόκειτο να μεταφέρει 2.000 Αλβανούς στη Χαλκίδα. Την 21η Οκτωβρίου 1823 μια υδραιο-ψαριανή μοίρα (11 μπρίκια και 3 πυρπολικά) υπό τον Α. Μιαούλη εισήλθε από τους Ωρεούς στον Μαλιακό και συγκρούστηκε με τουρκική μοίρα 11 πλοίων (1 κορβέτα των 26 πυροβόλων, 4 μπρίκια, 2 γολέτες και 4 μεταγωγικά) έξω από την Πελασγία. Κατά τη σύγκρουση αιχμαλωτίστηκαν η κορβέτα, μια γολέτα και 4 μεταγωγικά ενώ απελευθερώθηκαν και 150 γυναικόπαιδα που επέβαιναν. Η υπόλοιπη εχθρική μοίρα κατέφυγε στο λιμάνι της Αγίας Μαρίνας ενισχυόμενη από 3.000 Τούρκους. Το άλλο βράδυ έγινε εκεί αποτυχημένη πυρπολική επίθεση από τον Ψαριανό πυρπολητή Γεώργιο Τσαπαρλή. Στις 2 Δεκεμβρίου 1823 έγινε νέα αποτυχημένη πυρπολική επίθεση από τον επίσης Ψαριανό Νικόλαο Βρατσάνο σε μια κορβέτα και δύο μπρίκια που ναυλοχούσαν στον Μώλο. Την 23η Δεκεμβρίου 1828 στα πλαίσια του ναυτικού αποκλεισμού του Μαλιακού κόλπου από τον ελληνικό στόλο (ήδη από τις αρχές του 1828), το ατμοκίνητο «Καρτερία» αιχμαλώτισε στο λιμάνι της Στυλίδας μια τουρκική γολέτα των 10 πυροβόλων. Στις 8-9 Φεβρουαρίου 1829 το «Καρτερία» μαζί με την κορβέτα «Ύδρα» του Γεώργιου Σαχίνη, αρχηγού της μοίρας Παγασητικού-Μαλιακού-Ευβοϊκού, αφού βομβάρδισαν τις θέσεις των 300 Τούρκων της φρουράς των Λιχάδων, την επομένη αποβίβασαν στη νησίδα 500 άνδρες υπό τους Β. Μαυροβουνιώτη και Δ. Ευμορφόπουλο και την κατέλαβαν ελέγχοντας πλήρως πλέον τον θαλάσσιο χώρο Μαλιακού-Ευβοϊκού.

Ως απόρροια του 9χρονου επικού ένοπλου αγώνα, του ασύλληπτου μεγέθους των θυσιών, της διεθνούς γεωπολιτικής συγκυρίας που οδήγησε τελικά στην ενεργό παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ελληνικό Ζήτημα, της διπλωματικής μάχης της περιόδου 1828-1831 που διηύθυνε με μαεστρία ο Καποδίστριας μέχρι να δολοφονηθεί, και της επιμονής του να απελευθερωθεί η Στερεά, ώστε να ενσωματωθεί στο μελλοντικό ελληνικό κράτος, υπεγράφη η συνθήκη της Ανεξαρτησίας (22 Ιανουαρίου / 3 Φεβρουαρίου 1830). Το νότιο τμήμα της Φθιώτιδας εντάχθηκε στο νέο ελληνικό κράτος, που έφτανε στη Στερεά μέχρι τη γραμμή Αχελώου-Σπερχειού.

Το επόμενο Πρωτόκολλο της 14/26 Σεπτεμβρίου 1831, αποτέλεσμα της πολιτικής του Καποδίστρια (που 13 μέρες μετά δολοφονήθηκε), αναγνώριζε διευρυμένα σύνορα Αμβρακικού-Παγασητικού. Τελικά με τη συνθήκη ή Διακανονισμό της Κωνσταντινουπόλεως ή του Καλεντέρ Κιόσκ στις 9/21 Ιουλίου 1832 και το νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 18/30 Αυγούστου 1832, τα σύνορα διευρύνθηκαν πράγματι έως τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και συμπεριέλαβαν όλη τη γραμμή νότια της Όθρυος (και τη Λαμία) έναντι οικονομικού τιμήματος 40 εκατομμυρίων γροσίων, γεγονός που αποδέχτηκε ο σουλτάνος στις 14/26 Δεκεμβρίου 1832. Την Μ. Τρίτη στις 28 Μαρτίου / 9 Απριλίου 1833 η Λαμία αποδόθηκε στον ελληνικό στρατό, η οθωμανική φρουρά αποχώρησε και η πόλη απελευθερώθηκε οριστικά μετά από 440 χρόνια τουρκικού ζυγού (από την πρώτη κατάληψή της). Ως πρωτεύουσα πλέον της επαρχίας Φθιώτιδος ενσωματώθηκε στο Ελληνικό κράτος και υπήχθη στον νέο νομό Φωκίδος & Λοκρίδος με έδρα την Άμφισσα.

Η μεταγενέστερη μελέτη της δημογραφίας και οι αριθμοί απεδείκνυαν με τραγικό τρόπο το μέγεθος της ανθρωπιστικής καταστροφής της περιόδου 1821-1829. Όταν στις 8/20 Απριλίου 1835 συνεστήθη ο νέος Δήμος Ζητουνίου, η πόλη της Λαμίας είχε μόλις 1.425 κατοίκους! Σύμφωνα και με την απογραφική έκθεση του Σ. Α. Σπανιωλάκη στις 22 Μαΐου 1859 προς το υπουργείο Εσωτερικών, ο πληθυσμός της επαρχίας Φθιώτιδος (πρώην καζάδες Ζητουνίου και Πατραντζικίου), που το 1821 υπολογιζόταν στη στατιστική μελέτη σε 21.305 κατοίκους, είχε μειωθεί το 1832 σε μόλις 11.895 (!) Αποτυπωνόταν έτσι εμφανέστατα ο φόρος αίματος των Επαναστατικών χρόνων και το βαρύ τίμημα που μας παραπέμπει στη φράση του Δ. Βικέλα «η ελευθερία έπρεπε να ανακτηθεί ως ανεκτήθη, δια της σπάθης και δια θυσιών ακαταλογίστων».

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 Αλεξανδρής, Κ., Αι ναυτικαί επιχειρήσεις του υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνος 1821-1829, Αθήνα 1930.

Βακαλόπουλος, Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμοι Ε-Η, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1980-88.

Δαβανέλλος, Ν., - Σταυρόπουλος, Γ., Λαμία. Με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940), Εκδόσεις Οιωνός, Λαμία 2005.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979.

Κασομούλης, Ν., Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, τόμοι 1-5, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005.

Κόκκινος, Δ., Η Ελληνική Επανάστασις, τόμοι 1-6, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1957.

Κουτσονίκας, Λ., Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι Α-Β, Αθήνα 1863.

Λαζαρόπουλος, Ι., Το πολεμικόν ναυτικό της Ελλάδος από Ανεξαρτησίας μέχρι βασιλείας Όθωνος. Ιστορική μελέτη (Ναυτική-Στρατιωτική-Πολιτική) 1821-1833,  Έκδοσις Ναυτικής επιθεωρήσεως, Αθήνα 1936.

Μακρυγιάννης, Ι., Απομνημονεύματα Στρατηγού Μακρυγιάννη, Εκδόσεις Γαλαξίας, Αθήνα 1964.

Μεταλληνός, Κ., Ο ναυτικός πόλεμος κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821-1829, τόμοι Α-Β, Αθήνα 2016.

Μοσχόπουλος, Ν., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Εκδόσεις Εύτυπον, Αθήνα 2003.

Πανουργιάς, Π., Πανουργιάδες, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2012.

Παπαρρηγόπουλος, Κ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδόσεις Φάρος, Αθήνα 1984.

Περραιβός, Χ., Απομνημονεύματα Πολεμικά 1820-1829, Αθήνα 1836.

Σίμψας, Μ., Το ναυτικό στην ιστορία των Ελλήνων, τόμος Γ-Δ, Εκδόσεις ΓΕΝ, Αθήνα 1980.

Σπηλιάδης, Ν., Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, τόμοι Α-Ε, Αθήνα 1851.

Τρικούπης, Σ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι Α-Δ, Εκδόσεις Γιοβάνης, Αθήνα 1968.

Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι Α-Δ, Αθήνα 1859.

Finlay, G., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο 1861.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στις 19/3/2021 στην ιστοσελίδα Cognosco Team

https://cognoscoteam.gr/%ce%b7-%cf%86%ce%b8%ce%b9%cf%8e%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82-1/

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φεβρουάριος - Σεπτέμβριος 1821: Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία

  του ΧΡΟΝΗ ΒΑΡΣΟΥ Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή ΜΑ Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου.   Το παρόν άρθρο δημο...