Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

8 Μαΐου 1821: Η μάχη στο Χάνι της Γραβιάς. Η ανέλπιστη νίκη του Οδυσσέα Ανδρούτσου

 

ο Οδυσσέας Ανδρούτσος (1788/90-1825)

του Χρόνη Βάρσου

Φιλολόγου-Ιστορικού Ερευνητή

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος (1788/90-1825) γιός του φημισμένου κλεφταρματολού Ανδρέα Βερούση ή Ανδρούτσου από τις Λιβανάτες, είχε γεννηθεί στην Ιθάκη το 1790. Τον βάφτισε στο νησί ο συμπολεμιστής του πατέρα του, ο ονομαστός Λάμπρος Κατσώνης από τη Λειβαδιά, αξιωματικός του ρωσικού στρατού που έδρασε την περίοδο του ρωσο-τουρκικού πολέμου 1787-1792 στο Αιγαίο αναπτύσσοντας εντυπωσιακή ναυτική δράση εναντίον του οθωμανικού στόλου.

Όταν ξέσπασε η εξέγερση του Αλή πασά των Ιωαννίνων ενάντια στην Πύλη (Ιούλιος 1820), ο Οδυσσέας, ως οπλαρχηγός της Λιβαδειάς, ήδη μυημένος στη Φιλική Εταιρεία από το 1818, έφυγε για τα Γιάννενα για να τον υποστηρίξει στη σύγκρουσή του με τον σουλτανικό στρατό που στάλθηκε εναντίον του, αφήνοντας στη θέση του το πρωτοπαλίκαρό του, Αθανάσιο Διάκο.

Με την πολιορκία του Αλή πασά να γίνεται όλο και πιο στενή προς τα τέλη του χειμώνα του 1820, πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία, ανάμεσά τους ο Ανδρούτσος, ο Πανουργιάς κι ο Καραϊσκάκης, σύμφωνα με τις οδηγίες της, προσπαθούσαν – όπως και οι Σουλιώτες ήδη από τον Δεκέμβριο - να παρατείνουν όσο μπορούσαν τη σύγκρουση με την Πύλη, προς όφελος της Επανάστασης, που επρόκειτο σε λίγο να ξεσπάσει.

Για να μην εγκλωβιστεί στα Γιάννενα, τον Οκτώβριο διέφυγε προς τη νότιο Ελλάδα και άρχισε τις πρώτες προεπαναστατικές επαφές. Στις 30 Ιανουαρίου 1821 συμμετείχε στη μεγάλη σύσκεψη των οπλαρχηγών της Ρούμελης στο νησί της Λευκάδας και ανέλαβε μαζί με τον Πανουργιά, αρματολό των Σαλώνων την εξέγερση στην Ανατολική Στερεά. Στις 10 Μαρτίου ο Ανδρούτσος συμμετείχε σε νέα σύσκεψη στο Γαλαξίδι με τους Κωνσταντίνο Παπαδιαμαντόπουλο, Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, Γκούρα και Πανουργιά. Στις 15 Μαρτίου, αφού ήρθε πρώτα σε επαφή με επαναστατικούς κύκλους της Πάτρας (τον πρόξενο της Ρωσίας Ιωάννη Βλασόπουλο και τον Π.Π Γερμανό), πέρασε έπειτα στο Γαλαξίδι, παρακινώντας στις 22 του μήνα με το περίφημο γράμμα του τους κατοίκους να διαθέσουν τον στόλο τους στην επαναστατική υπόθεση και ανέλαβε να ξεσηκώσει την Ακαρνανία στη δυτική Στερεά. Στις 22 Μαρτίου αφού εξόντωσε στη γέφυρα της Τατάρνας Ευρυτανίας οθωμανική χρηματαποστολή 60 ανδρών υπό τον Χασάν Γκέκα, κατευθύνθηκε προς την περιοχή Βάλτου-Ξηρομέρου.

 Η εξάπλωση της επανάστασης

 Το 1821 ξεκίνησε με τη συνεχιζόμενη σύγκρουση του Αλή πασά με τον σουλτάνο να έχει λάβει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις. Ήδη διαρκούσε πάνω από 7 μήνες. Η εμπλοκή 40.000 τουρκικού στρατού υπό τον ικανότατο Μόρα-βαλεσή Χουρσίτ πασά (διοικητή της Πελοποννήσου και πρώην μεγάλο Βεζύρη) ως νέο αρχισερασκέρη (επικεφαλή της εκστρατείας) που διατάχθηκε να αφήσει την Πελοπόννησο και να εκστρατεύσει στα Γιάννενα, διευκόλυνε αφάνταστα την πορεία της επανάστασης. Στις Ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης το διάστημα Φεβρουαρίου - Απριλίου σημείωνε επιτυχίες, ενώ στα νησιά η επανάσταση είχε φουντώσει και ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε πλήρως στον θαλάσσιο χώρο. Στην Πελοπόννησο, ήδη από τα τέλη Μαρτίου τα κυριότερο κάστρα πολιορκούνταν από τους επαναστάτες, ενώ το κέντρο της οθωμανικής διοίκησης, η Τρίπολη, βρισκόταν από αρχές Απριλίου αποκλεισμένο όλο και πιο στενά από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με την εκεί τουρκική φρουρά να περιμένει απελπισμένα βοήθεια από τον Χουρσίτ στα Γιάννενα. Στην ανατολική Στερεά (αντίθετα με τη δυτική όπου δεν είχε σημειωθεί ακόμη καμία επαναστατική κίνηση) οι τουρκικές φρουρές εκκαθαρίστηκαν σχετικά γρήγορα το διάστημα 23 Μαρτίου-13 Απριλίου 1821 (Δερβενοχώρια, Μεγαρίδα, Σάλωνα, Γαλαξίδι, Λιδωρίκι, Μαλανδρίνο, Λιβαδειά, Αταλάντη, Θήβα, Μενδενίτσα, Τουρκοχώρι). Εξαιρώντας κανείς την Υπάτη, τη Λαμία, την Αθήνα και την Εύβοια, όλη η ανατολική Στερεά έως τον Σπερχειό ποταμό βρισκόταν πλέον υπό τον έλεγχο των επαναστατών.

 Σχέδια και ενέργειες αντίδρασης των Τούρκων

 Οι ανησυχητικές εξελίξεις στο μέτωπο της ανατολικής Στερεάς και ο κίνδυνος που συνεπαγόταν για την άμυνα της Τρίπολης, που ήταν ήδη υπό ασφυκτικό κλοιό, έγιναν γρήγορα αντιληπτές από τον πολύπειρο Χουρσίτ πασά. Διατηρώντας τους θησαυρούς και το χαρέμι του στην Τρίπολη και μη μπορώντας να επέμβει ο ίδιος για να καταστείλει την επανάσταση, αποφάσισε να δράσει άμεσα, αποστέλλοντας ενισχύσεις.

ο Ομέρ Βρυώνης

   Στις 3 Απριλίου έφτασαν από τα Γιάννενα στην Πάτρα 600 άνδρες υπό τον Γιουσούφ Σελίμ πασά Σερεσλή για ενίσχυση της πόλης, ενώ στις 6 Απριλίου 3.500 Τουρκαλβανοί υπό τον Μουσταφά, κεχαγιάμπεη του Χουρσίτ, αποβιβάστηκαν στο Ρίο της Πάτρας για να ενισχύσουν την πολιορκημένη Τρίπολη και στις 15 Απριλίου μπήκαν στη Βοστίτσα (Αίγιο). Παράλληλα μέσα Απριλίου, ένα εξαιρετικά ισχυρό στράτευμα από 8.000 πεζούς και 800 ιππείς υπό τους Κιοσέ Μεχμέτ (ως αναπληρωτή βαλή του Μοριά) και Ομέρ Βρυώνη (σαντζάκμπεη του Βερατίου, πρόσφατα αυτομολήσαντα από τον Αλή πασά), ξεκίνησε κι αυτό από τα Γιάννενα, σταλμένο από το Χουρσίτ, με σκοπό την καταστολή της επανάστασης στη Στερεά και το πέρασμα μέσω του ισθμού της Κορίνθου και της Ιτέας στην Πελοπόννησο για την ενίσχυση του κάστρου της Τριπολιτσάς. Ο κίνδυνος για την πορεία της επανάστασης ήταν πλέον ορατός.

 

Στις 19 Απριλίου οι δύο πασάδες έφθασαν στη Λαμία με εντολές για συντονισμό της δράσης τους με τους Γιουσούφ πασά και Μουσταφάμπεη στην Πελοπόννησο. Στις 23 Απριλίου τα ελληνικά επαναστατικά σώματα (1.500 άνδρες) υπό τους Αθανάσιο Διάκο, Γιάννη Δυοβουνιώτη και Πανουργιά, προσπάθησαν να αναχαιτίσουν την κάθοδο της τουρκικής στρατιάς προς νότο στην αμυντική γραμμή Γοργοπόταμος - Αλεπόσπιτα - Ηράκλεια - Χαλκωμάτα - Ι.Μ Δαμάστας - γέφυρα Αλαμάνας, αλλά ηττήθηκαν σε μια άνιση αναμέτρηση ενώ ο Διάκος αιχμαλωτίστηκε και βρήκε μαρτυρικό θάνατο με ανασκολοπισμό στη Λαμία.

 Οι κινήσεις των αντιπάλων μετά τη μάχη της Αλαμάνας

 Μετά τη νικηφόρα μάχη του Σπερχειού, οι δύο πασάδες παρέμειναν στη Λαμία για ξεκούραση και ανεφοδιασμό, αναζητώντας την πλέον ενδεδειγμένη οδό καθόδου στην Πελοπόννησο, σίγουροι για την διαφαινόμενη επιτυχία της εκστρατείας τους. Οι ελληνικές δυνάμεις (1.000 άνδρες) ανασυντάχθηκαν κοντά στην Αμφίκλεια υπό τον Βασίλη Μπούσγο και στο Ελευθεροχώρι υπό τους Γκούρα, Πανουργιά και Δυοβουνιώτη οι οποίοι στη συνέχεια κινήθηκαν προς τη Γραβιά όπου οχυρώθηκαν στα ορεινά. Στις 26 Απριλίου άρχισε και η πολιορκία της τουρκικής φρουράς στην Ακρόπολη από τις ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις.

ο αρματωλός των Σαλώνων Πανουργιάς
 

Μαθαίνοντας τις εξελίξεις, ο Οδυσσέας στις 3 Μαΐου έφτασε από τον Βάλτο στη Γραβιά και συναντήθηκε με τους Γκούρα, Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, καταστρώνοντας σχέδιο αντιμετώπισης των πασάδων που σε λίγο θα κατέβαιναν προς νότο. Αποφασίστηκε η υλοποίηση της αρχικής απόφασης των Κομποτάδων (από τις 14 Απριλίου) για γενική σφαγή των 2.000 Τούρκων αιχμαλώτων από τις διάφορες φρουρές που παραδόθηκαν στην ανατολική Στερεά (Σάλωνα, Λιδωρίκι, Λιβαδειά, Μενδενίτσα, Αταλάντη, Τουρκοχώρι) και η κάλυψη του δρόμου προς Σάλωνα, ώστε να εμποδιστεί η πορεία των Τούρκων προς Πελοπόννησο μέσω Φωκίδας. Η βεβαιότητα του Ανδρούτσου ότι θα επιχειρούνταν τουρκική προέλαση στον άξονα Λαμίας - Άμφισσας με στόχο τη διαπεραίωση στον Μοριά μέσω Γαλαξιδίου, πήγαζε και από τις προτάσεις υποταγής μέσω επιστολής που έλαβε στο Καρπενήσι στα τέλη Απριλίου από τον Ομέρ Βρυώνη (παλιό του γνώριμο από την αυλή του Αλή πασά) με τόπο συνάντησης την περιοχή της Γραβιάς. Εξάλλου εκείνες τις μέρες ο Μουσταφά κεχαγιάμπεης είχε ήδη προελάσει επιτυχώς και διαμέσου Ρίου-Αιγίου-Ναυπλίου είχε μπει από τις 6 Μαΐου στην Τρίπολη, ενισχύοντας την πολιορκημένη πόλη. Η ανάγκη συντονισμού έκανε επιτακτική την επανεκκίνηση του τουρκικού στρατεύματος.

Το Χάνι της Γραβιάς όπως είναι σήμερα αναστηλωμένο

  Η μάχη στο χάνι της Γραβιάς

 Στις 7 Μαΐου οι Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ με 8.000 στρατό κινήθηκαν από τη Λαμία προς τη Φωκίδα. Αφού διέλυσαν στο Ελευθεροχώρι την ελληνική άμυνα υπό τον Βασίλη Μπούσγο (1.000 άνδρες) που υποχώρησε προς τη Λειβαδιά, ο μεν Κιοσέ Μεχμέτ με 1.000 άνδρες έμεινε στη Μενδενίτσα, ενώ ο Ομέρ Βρυώνης με το υπόλοιπο στράτευμα (περίπου 6.000 πεζοί και 1.000 ιππείς υπό τους Τελεχάμπεη και Μουστάμπεη Κιαφεζέζη, κατευθύνθηκε προς τα Σάλωνα μέσω Γραβιάς.

Στο μεταξύ οι οπλαρχηγοί Ανδρούτσος, Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης όρισαν ως σημείο αντίστασης ένα χάνι στο χωριό Γραβιά, πάνω στη διαδρομή από όπου θα περνούσε η τουρκική στρατιά που θα μεταβαλλόταν σε κέντρο της ελληνικής αμυντικής προσπάθειας.

ο αρματωλός Ζητουνίου και Μενδενίτσας Γιάννης Δυοβουνιώτης

 

Ο Ανδρούτσος, αφού έσυρε πρώτος το χορό με το τραγούδι «Κάτω στου Βάλτου τα χωριά…» με 117 εθελοντές (ανάμεσά τους ο Γ. Γκούρας ως πρωτοπαλίκαρό του, οι Κομνάς Τράκας και παπα-Αντρεάς, μαχητές της Αλαμάνας, ο Αγγελής Γοβγίνας μετέπειτα αρχηγός στην Εύβοια και ο Αλβανός φίλος του Οδυσσέα από την αυλή του Αλή πασά, Γκέκας Μουσταφά) μπήκαν μέσα στο πλινθόκτιστο χάνι, ενώ οι άλλοι δύο οπλαρχηγοί με 1.200 άνδρες, έπιασαν τις πλαγιές αριστερά και δεξιά. Καθώς ετοιμάζονταν οι θέσεις μάχης και ανοίγονταν πολεμίστρες στο χάνι, ο έφορος των Σαλώνων Αναγνώστης Κεχαγιάς, μόλις που πρόλαβε να τους μεταφέρει πολεμοφόδια, ενώ οι Τούρκοι πλησίαζαν.

Φτάνοντας στη Γραβιά το πρωί της 8ης Μαΐου, ο Ομέρ Βρυώνης και αφού ανέτρεψε εύκολα την άμυνα των Πανουργιά - Δυοβουνιώτη, που υποχώρησαν προς το βουνό, επικέντρωσε την προσοχή του στο χάνι, στέλνοντας τον γνωστό του Ανδρούτσου, Χασάν δερβίση με προτάσεις υποταγής. Ο Οδυσσέας μετά από ανταλλαγή ύβρεων, σκοτώνοντάς τον, έδωσε και την περήφανη απάντηση για αντίσταση. Αμέσως οι Τουρκαλβανοί εφόρμησαν κατά κύματα με στόχο να καταλάβουν το αδύναμο οίκημα, αλλά η αποφασιστικότητα των υπερασπιστών και το μεθοδικό, εύστοχο και συνεχές πυρ, έφεραν σε αδιέξοδο τις εχθρικές επιθέσεις. Μέχρι το απόγευμα όλες οι προσπάθειες του τουρκικού στρατού να πατήσει το χάνι είχαν αποτύχει. Τότε ο Ομέρ Βρυώνης έστειλε ειδοποίηση να του φέρουν κανόνια από τη Λαμία ώστε την άλλη μέρα να το γκρεμίσει. Οι υπερασπιστές αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο να παραμείνουν κι άλλο μέσα στο χάνι, και αφού πλέον είχαν πετύχει το σκοπό τους, φθείροντας όσο μπορούσαν το εχθρικό στράτευμα, αποχώρησαν τα μεσάνυχτα νότια προς το όρος Χλωμό για να συναντήσουν τους άλλους δύο οπλαρχηγούς.

 

Η νίκη τους ήταν παραπάνω από εντυπωσιακή και απρόσμενη. Με μόλις 6 νεκρούς συντρόφους τους, προκάλεσαν απώλειες στους επιτιθέμενους 300 νεκρών και 600 τραυματιών. Ο Οδυσσέας είχε εκδικηθεί με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο τον θάνατο του Διάκου και αντιστάθμισε την ήττα της Αλαμάνας. Εξάλλου και η επανάσταση στην Πελοπόννησο είχε σε μεγάλο βαθμό σωθεί. Στις 12-13 Μαΐου ο Θ. Κολοκοτρώνης νίκησε τον Μουσταφά στο Βαλτέτσι και ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη θα γινόταν πλέον ασφυκτικός. Το μικρό και άσημο χάνι, μέσα σε μια μέρα, θα πέρναγε για πάντα στην ιστορία, ως αιώνιο σύμβολο αντίστασης, μνημείο, μιας εντελώς απρόσμενης για τους στρατιωτικούς συσχετισμούς, νίκης. Τη θυσία του Διάκου στην Αλαμάνα και τον θρίαμβο του Ανδρούτσου στο χάνι της Γραβιάς, μας διασώζει και το γνωστό δημοτικό τραγούδι:

«Τ’ Ανδρούτσου η μάνα χαίρεται, του Διάκου καμαρώνει

Γιατί έχουν γιους αρματολούς, και γιους καπεταναίους

Ανδρούτσος φυλάει τη Γραβιά, Διάκος την Αλαμάνα»

  Προσπάθειες περαιτέρω καθυστέρησης του τουρκικού στρατού

Ο Ομέρ Βρυώνης αιφνιδιασμένος από την απρόσμενη αντίσταση και τη δυσαναπλήρωτη φθορά που υπέστη, καθυστέρησε για άλλες 12 μέρες στην περιοχή της Γραβιάς και μέσω του Χρήστου Παλάσκα προσέφερε, μάταια, αμνηστία και προτάσεις υποταγής. Οι άκαρπες διαπραγματεύσεις, που παρατάθηκαν έντεχνα από τον Ανδρούτσο έδωσαν τον απαραίτητο χρόνο στο ελληνικό στρατόπεδο για την οργάνωσης της άμυνας. Στα τέλη Μαΐου ο Ομέρ Βρυώνης, αφού διέκοψε τις διαπραγματεύσεις, διενήργησε επίθεση με 3.000 άνδρες στα βλαχοχώρια της Γκιώνας, όπου είχαν ασφαλιστεί οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα της περιοχής, όπου αναχαιτίστηκε με επιτυχία από τον Γκούρα στη μάχη της Ντρέμιτσας (Πανουργιάς Φωκίδας).

Στις 30 Μαΐου ο Ομέρ Βρυώνης επέστρεψε από τη Γραβιά στη Μενδενίτσα όπου βρίσκονταν ο Κιοσέ Μεχμέτ και από κοινού αποφασίστηκε πλέον η πορεία προς νότο μέσω Βοιωτίας. Στη θέση Καστράκι (Τιθρώνιο Καλλιδρόμου), στον δρόμο Μενδενίτσας - Αμφίκλειας, σώμα από 2.200 άνδρες υπό τους Ανδρούτσο και Δυοβουνιώτη, προσπαθώντας μάταια να αναχαιτήσουν την τουρκική κάθοδο προς Βοιωτία, διαλύθηκαν υποχωρώντας αντίστοιχα προς Τιθορέα και Αγόριανη. Οι δύο πασάδες έφτασαν στο Τουρκοχώρι (δίπλα στην Ελάτεια) και στρατοπέδευσαν. Για να ανακουφιστεί το μέτωπο της Βοιωτίας, συγκεντρώθηκαν δυτικότερα στην Καστανιά Υπάτης δυνάμεις 600 ανδρών υπό τους Σαφάκα, Γκούρα, Σκαλτσοδήμο και Νάκο Πανουργιά, με στόχο μια επίθεση αντιπερισπασμού στην Υπάτη.  Δύναμη 1.500 Αλβανών υπό τον Τελεχάμπεη από την Υπάτη που τους επιτέθηκε, αναχαιτίστηκε με απώλειες 200 ανδρών στη μάχη του "Αετού" (μεταξύ Καστανιάς - Νεοχωρίου Υπάτης).

Ο Οδυσσέας από τη Βελίτσα (Τιθορέα), αδυνατώντας να σταματήσει την τουρκική προέλαση προς Λιβαδειά και για να την καθυστερήσει όσο ήταν εφικτό, άρχισε με τους δύο πασάδες 10μερες παραπλανητικές διαπραγματεύσεις δήθεν προσκυνήματος (καπάκια) μέχρι τις 9 Ιουνίου, οπότε θα γίνει αντιληπτή η εξαπάτηση από τους Τούρκους και θα ξεκινήσει η πορεία τους προς την πρωτεύουσα της Βοιωτίας.

Η αποτίμηση της μάχης-συμπεράσματα

 Οι μάχες Αλαμάνας-Γραβιάς, αλλά και όλες οι επιχειρήσεις Απριλίου - Μαΐου στην ανατολική Στερεά ήταν καθοριστικές για τη σωτηρία του επαναστατικού εγχειρήματος, αφού καθυστέρησαν σημαντικά και έφθειραν ανεπανόρθωτα την τουρκική στρατιά εμποδίζοντας την κάθοδό της στην Πελοπόννησο. Οι δύο πασάδες χρειάστηκαν συνολικά πάνω από 50 μέρες από την άφιξή τους στη Λαμία (19 Απριλίου) για να προελάσουν μέχρι τη Λιβαδειά (11 Ιουνίου), χρόνος εξαιρετικά πολύτιμος για τους Έλληνες ώστε να καταστήσουν ασφυκτικότερη την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Παράλληλα άλλες περιοχές, ενθαρρυμένες από την επιτυχία του Ανδρούτσου, έπαιρναν κι αυτές με τη σειρά τους, τα όπλα ενάντια στον σουλτανικό ζυγό. Μέσα σε 25 μέρες, μετά τη νίκη στη Γραβιά, επαναστάτησαν το Ξηροχώρι (Ιστιαία) στην Εύβοια, τα Άγραφα, το Ξηρόμερο, η Λίμνη Ευβοίας, το Μεσολόγγι, το Αιτωλικό, η Κύμη, ενώ πολιορκήθηκαν η Ναύπακτος, το Βραχώρι (Αγρίνιο) και το Καρπενήσι. Έτσι και η δυτική Στερεά έμπαινε δυναμικά στην απελευθερωτική προσπάθεια.

Η επόμενη μεγάλη νίκη των επαναστατών στα Βασιλικά Λοκρίδας (26 Αυγούστου 1821) και η εξολόθρευση μιας νέας τουρκικής στρατιάς 8.000 ανδρών και τεσσάρων πασάδων υπό τον Χατζή Μεχμέτ Μπεϋράν πασά, που έφτασε για ενίσχυση της αρχικής δύναμης των Ομερ Βρυώνη - Κιοσέ Μεχμέτ, που παρέμενε εγκλωβισμένη στην Αττικο-Βοιωτία, επέτρεψε την άλωση της Τριπολιτσάς από τον Θ. Κολοκοτρώνη (23 Σεπτεμβρίου 1821), κάτι που εν πολλοίς οφείλεται στην αρχική επιτυχία του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Δυστυχώς η μοίρα επεφύλασσε άδοξο τέλος στον ήρωα της Γραβιάς. Το κυνήγι του από την κυβέρνηση ήταν ανελέητο. Τον Απρίλιο του 1822 υπονομεύτηκαν απροκάλυπτα οι υπό την ηγεσία του επιχειρήσεις έξω από τη Λαμία (Αγία Μαρίνα - Στυλίδα - Αυλάκι) και ακολούθησε η καθαίρεση, ο αφορισμός, η επικήρυξη και η καταδίκη του σε θάνατο (!) τον Ιούνιο του 1822 που όμως ανακλήθηκε ύστερα από πιέσεις των οπλαρχηγών. Η μετέπειτα στοχοποίηση, καταδίωξη και φυλάκισή του τον Απρίλιο στην Ακρόπολη την εποχή του εμφυλίου με την κατηγορία του προδότη (!) καθώς και η άνανδρη δολοφονία του (5 Ιουνίου 1825) από ανθρώπους του Γκούρα, κατ’ εντολήν της κυβέρνησης Κουντουριώτη – Κωλέττη - Μαυροκορδάτου, θα αποτελεί αιώνιο στίγμα και μαύρη σελίδα του 9χρονου τιτάνιου αγώνα της Παλιγγενεσίας, ικανή όμως για εξαγωγή συμπερασμάτων και προβληματισμών για τις μέλλουσες γενιές.

 ** όλες οι ημερομηνίες που αναφέρονται αφορούν το παλαιό ιουλιανό ημερολόγιο

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979.

Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος 3ος, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1990.

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμοι Ε-Η, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1980-88.

Κόκκινος Διονύσιος Α., Η Ελληνική Επανάστασις, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1957.

Κουτσονίκας Λάμπρος, Γενική Ιστορία της ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1863.

Πανουργιάς Πανουργιάς, Πανουργιάδες, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2012.

Περραιβός Χριστόφορος, Απομνημονεύματα πολεμικά 1820-1829, Αθήνα 1836.

Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα, εκδόσεις Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1851.

Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, εκδόσεις Λιβάνης, Αθήνα 1993.

Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1859.

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στις 8/5/2019 στην ιστοσελίδα του ΑΡΔΗΝ

https://ardin-rixi.gr/archives/203964

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φεβρουάριος - Σεπτέμβριος 1821: Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία

  του ΧΡΟΝΗ ΒΑΡΣΟΥ Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή ΜΑ Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου.   Το παρόν άρθρο δημο...